Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Παπανδρέου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Παπανδρέου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Ιουν 2010

Ο Γιώργος, τα μπιχλιμπίδια και η πραγματικότητα

* «Είναι απαράδεκτο να έχεις 3 καταχωρήσεις του Πρετεντέρη, 15 Μανδραβέλη και καμία του Κασσιμάτη» μου έλεγε την προηγούμενη βδομάδα πιστός αναγνώστης του blog. Όφειλα να τον ικανοποιήσω με ένα άρθρο ότι πρέπει για Δευτέρα πρωί... (stel)

Ο Γιώργος, τα μπιχλιμπίδια και η πραγματικότητα του Στέφανου Κασιμάτη (στην Καθημερινή)

Ενας άνθρωπος, που εκ πρώτης όψεως δείχνει καθ’ όλα φυσιολογικός, περνάει έξω από ένα μαγαζί και βλέπει στη βιτρίνα ένα περίεργο αντικείμενο, ας πούμε ότι πρόκειται για ένα μπιχλιμπίδι από κρύσταλλο Murano. Σταματάει και το θαυμάζει. Τον σαγηνεύει το ασυνήθιστο σχήμα του, τον μαγεύουν τα χρώματά του, γοητεύεται από τον τρόπο με τον οποίο το φως διαθλάται μέσα από το κρύσταλλο. Κάθεται και το χαζεύει αποσβολωμένος. Δεν ξέρει σε τι ακριβώς χρησιμεύει αυτό το όμορφο πραγματάκι, ξέρει, όμως, ότι του αρέσει πολύ και το θέλει. Μπαίνει, λοιπόν, μέσα στο μαγαζί και το αγοράζει.

Ολη την ημέρα το κουβαλάει μαζί του και κάθε τόσο ανοίγει το κουτί για να το θαυμάζει. Το βράδυ, όταν φθάνει πια στο σπίτι του, δεν ξέρει τι ακριβώς να το κάνει. Οσο κι αν είναι όμορφο, δεν ταιριάζει με τίποτε άλλο εκεί μέσα. Δεν του λύνει κανένα πρόβλημα και δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Δεν υπάρχει καν ο χώρος για να το τοποθετήσει κάπου. Εξακολουθεί, όμως, να του αρέσει πάρα πολύ, οπότε το παίρνει μαζί του στο κρεβάτι και κοιμάται ακουμπώντας το δίπλα στο μαξιλάρι του. Οταν ξυπνάει το πρωί, το παίρνει μαζί του στο λουτρό, έπειτα το ακουμπάει δίπλα του στο τραπέζι καθώς τρώει τα δημητριακά του με άπαχο γάλα και επειδή δεν μπορεί πια να το αποχωριστεί, φεύγει για τη δουλειά και το παίρνει μαζί του. Εκτοτε, περνάει ο καιρός και ο ήρωάς μας κυκλοφορεί κάθε μέρα έχοντας παντού και πάντα μαζί του το όμορφο πραγματάκι, που δεν μπορεί να το αποχωριστεί και το οποίο δεν του προσφέρει τίποτε άλλο, εκτός από μιαν απροσδιόριστη αίσθηση ψυχολογικής ασφάλειας.

Φαντασθείτε τώρα ότι ο άνθρωπός μας δεν κουβαλάει μαζί του όλη μέρα μόνον το συγκεκριμένο άχρηστο πραγματάκι, αλλά κι ένα σωρό άλλα παρόμοια, που έχει συλλέξει κατά καιρούς. Επιπλέον, όποτε βρίσκει στον δρόμο του ένα ακόμη που του γυαλίζει, το παίρνει κι αυτό μαζί με τα άλλα. Αφήνω σε εσάς να χαρακτηρίσετε τον τύπο της ιστορίας μας. Εγώ την είπα επειδή, κατά την αντίληψή μου, ο άνθρωπος αυτός είναι ο Γιώργος Παπανδρέου. Ενας άνθρωπος ο οποίος κουβαλάει μαζί του ωραίες ιδέες, που τον έχουν σαγηνεύσει κατά καιρούς, αλλά του είναι εντελώς αδύνατο να δημιουργήσει μια σχέση ανάμεσα σε αυτές και στην πραγματικότητα. Ενδεχομένως να διαισθάνεται ότι οι ιδέες αυτές, κάποια στιγμή, ίσως δώσουν λύσεις σε πολύ σημαντικά προβλήματα. Ομως –τι κρίμα– δεν είναι τα επείγοντα προβλήματα του παρόντος.

Ο Γιώργος είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να εισφέρει ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις στις λεπτομέρειες ενός θέματος, αλλά δεν δείχνει να είναι σε θέση να συλλάβει την ουσία του – ή, αν είναι, τότε καταφέρνει να το κρύβει πάρα πολύ καλά. Θυμηθείτε, φερ’ ειπείν, τη μασκαράτα της διαφανούς ηλεκτρονικής διακυβέρνησης: τι πολύτιμος χρόνος πήγε στον βρόντο επειδή ο Γιώργος γοητεύθηκε από μια ιδέα που δεν είχε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα και στο τέλος κατάντησε παρωδία.

Δείτε, επίσης, πώς εξακολουθεί σήμερα να ανέχεται υπουργούς εμφανέστατα απρόθυμους να αναλάβουν το πολιτικό κόστος των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και τους διατηρεί για λόγους που μόνον ο ίδιος καταλαβαίνει. Τι δικαιολογεί, λ. χ., τη θλιβερή περίπτωση της κυρίας Μαριλίζας; Οταν στην Ισπανία η σοσιαλιστική κυβέρνηση αναγκάζεται να κλείσει νοσοκομεία για να εξοικονομήσει πόρους, η κυρία υπουργός όχι μόνο δεν έχει ασχοληθεί με την εξυγίανση των οικονομικών της Υγείας, αλλά της πήρε οκτώ μήνες για να βρει (ακόμη και μέσα από το ίζημα του κομματικού μηχανισμού) τις νέες διοικήσεις τους. Βλέπετε, όμως, η υπουργός είναι γυναίκα και αυτό θέτει σε δεύτερη μοίρα τις ικανότητές της. Διότι, για τον Γιώργο, η αρχή ότι σε μια κυβέρνηση πρέπει να συμμετέχει ένας αριθμός γυναικών προέχει της ικανότητάς τους ως υπουργών.

Η χώρα είναι στο κρισιμότερο σημείο της μεταπολεμικής ιστορίας της και ο Γιώργος απλώς προεδρεύει. Κανονικά, θα όφειλε να λειτουργεί ως project manager, όπου το project είναι η σωτηρία της χώρας από την αναδιάρθρωση του χρέους και την επακόλουθη αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ και όπου καθήκον του manager είναι να παρακολουθεί και να ελέγχει στενά την ομάδα που εργάζεται για την εφαρμογή του σχεδίου σωτηρίας. Δεν είναι απαραίτητο να αισθάνεται συμπάθεια για τα μέλη της ομάδας ούτε να ομνύουν σε κοινά ιδεώδη, όπως λ. χ. το γυμναστήριο ή το Συμπόσιο της Σύμης. Αρκεί να μπορούν να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στον ρόλο τους. Προϋπόθεση, όμως, για να εκτιμήσει ο Γιώργος την ικανότητα των στελεχών του να εφαρμόσουν το σχέδιο σωτηρίας είναι να έχει πρώτα ο ίδιος αντίληψη του σχεδίου. Κι αυτό ακριβώς είναι που φοβάμαι ότι υπερβαίνει τις δυνατότητές του...

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_22_03/06/2010_403234


3 Φεβ 2010

Το προληπτικό χτύπημα του Γ. Παπανδρέου

* Δεν έχει πλέον νόημα να συζητάμε αν και γιατί ο Παπανδρέου άργησε να ανακοινώσει τα μέτρα που εξήγγειλε χθες. Το σημαντικό, αυτή τη στιγμή, είναι ότι τα μέτρα αυτά εξαγγέλθηκαν από τον έλληνα πρωθυπουργό και όχι από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αφήνοντας μας την (ψευδ)αίσθηση ότι ακόμα δεν έχουμε χρεοκοπήσει... (stel)

Το προληπτικό χτύπημα του Γ. Παπανδρέου του Στέλιου Κούλογλου (στην ιστοσελίδα www.tvxs.gr)


Κάτω από ιδανικές συνθήκες, ο πρωθυπουργός θα έπρεπε να είχε κάνει το διάγγελμα του τον Οκτώβριο, όταν το οικονομικό επιτελείο του συνειδητοποιούσε ότι το έλλειμμα δεν κινείτο γύρω στο 6-7%, όπως είχε προβλέψει η ΝΔ, αλλά έτρεχε με διπλάσια ταχύτητα. Θα είχαν έτσι κερδηθεί 3 μήνες διστακτικών και συχνά αντιφατικών κινήσεων και πιθανότατα η Ελλάδα δεν θα είχε μεταβληθεί σε προνομιακό πεδίο βολής των διεθνών κερδοσκόπων.


Τελικώς, έτσι όπως εξελίχθηκαν κυρίως με δική της ευθύνη τα πράγματα, η κυβέρνηση δεν είχε πολλές επιλογές. Οι μισθοί έπρεπε να παγώσουν ανατρέποντας τις σχετικές προεκλογικές εξαγγελίες, οι προϋπολογισμοί των υπουργείων να περικοπούν κατά 10% χωρίς ιεραρχήσεις , τα «ρετιρέ» του δημοσίου να τεθούν στο στόχαστρο για τις «εξωφρενικές» τους αμοιβές και το ασφαλιστικό-θέμα ταμπού να μπει πάνω στο τραπέζι.


Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τα έκτακτα μέτρα που εξήγγειλε με το έκτακτο διάγγελμα του ο πρωθυπουργός θα φέρουν άμεσα αποτελέσματα, ανακόπτοντας αυτό που ο ίδιος περιέγραψε σαν «πορεία της χώρας προς τον γκρεμό». Αν εξαιρέσει κανείς την αύξηση της φορολογίας στα καύσιμα που θα αποδώσει αμέσως έσοδα και τις περικοπές στις δαπάνες των υπουργείων, τα υπόλοιπα μέτρα θα αποφέρουν τα όποια έσοδα την επόμενη χρονιά. Άλλα μέτρα που έπρεπε να έχουν ληφθεί εδώ και χρόνια, όπως η φορολόγηση των κερδών από τις μετοχές, δεν έχουν σήμερα μεγάλο νόημα όταν οι 9 στις 10 επιχειρήσεις του Χρηματιστήριου εμφανίζουν ζημιές.

Προφανώς αυτό είναι σε γνώση του πρωθυπουργού που θέλησε με ένα διάγγελμα να πετύχει δύο στόχους. Πρώτον, να αποφύγει «τα μεν αλλά» στο αυριανό πόρισμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας, εξέλιξη που θα έδινε το πράσινο φως για ένα νέο κύκλο κερδοσκοπικών-και αυτή την φορά θανατηφόρων- επιθέσεων σε βάρος της ελληνικής οικονομίας. Και δεύτερον, να ακυρώσει προκαταβολικά τις σχεδιαζόμενες απεργίες της ερχόμενης εβδομάδας, για τις οποίες φρόντισε να τονίσει στην κατακλείδα της ομιλίας του ότι στις σημερινές συνθήκες – όπως άλλωστε και τα αγροτικά μπλόκα- δεν έχουν καμιά θέση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που πίεζε για ανάλογα μέτρα σίγουρα θα απαντήσει θετικά. Απομένει να δούμε την αντίδραση των αγροτών –που μετά τους δραματικούς τόνους του διαγγέλματος δεν πρέπει να τρέφουν πολλές ελπίδες για την ικανοποίηση των αιτημάτων τους- καθώς και των υποψηφίων απεργών της επόμενης εβδομάδας...

19 Ιαν 2010

Ο κούκος που δεν θα φέρει την άνοιξη

* Όσο κι αν σε ικανοποιεί που βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ πλέον στα πράγματα και όχι η ανεκδιήγητη προηγούμενη κυβέρνηση και όσο κι αν συχνά ελπίζεις ότι η σημερινή κυβέρνηση θα καταφέρει να βγάλει τη χώρα από τα χρόνια αδιέξοδα της, ωστόσο δύσκολα μπορείς να βρεις κάτι να διαφωνήσεις σε αυτήν την εξαιρετική ανάλυση-ψυχογράφημα του Τσούκα για το Γιώργο Παπανδρέου. Και να μελαγχολήσεις ξανά... (stel)

Ο κούκος που δεν θα φέρει την άνοιξη του Χαρίδημου Τσούκα (στην Καθημερινή)

Επειτα από τρεις μήνες διακυβέρνησης, είναι πλέον εμφανής η δυσκολία του πρωθυπουργού να πάρει γρήγορες, συνεπείς και στρατηγικά σχεδιασμένες αποφάσεις, ιδιαίτερα στην οικονομία. Δεν εκπλήσσει. Θέλει από τη μια να είναι συνεπής με όσα «φιλολαϊκά» μέτρα αφρόνως εξήγγειλε προεκλογικά, αλλά από την άλλη πιέζεται από την αμείλικτη οικονομική πραγματικότητα. Αποτέλεσμα; Βραδύτητα, παλινωδίες, αντιφάσεις. Ετοιμάζει πρόγραμμα περικοπών στις δημόσιες δαπάνες, αλλά συναινεί στην πανάκριβη εθελουσία έξοδο των λιμενεργατών του Πειραιά· παγώνει τους «υψηλούς» μισθούς στο Δημόσιο, αλλά αρνείται να περικόψει τα σκανδαλώδη προνόμια των υπαλλήλων της Βουλής· θέλει να μαζέψει φόρους, αλλά σπέρνει τη σύγχυση. Λαϊκισμός και υπευθυνότητα δύσκολα συμβιβάζονται.

Υποτίθεται ότι το καινούργιο στοιχείο που κομίζει στον δημόσιο βίο ο πρωθυπουργός είναι η ανοιχτή διακυβέρνηση: η διαβούλευση και η αλλαγή του τρόπου στελέχωσης του κράτους με την υποβολή βιογραφικών. Καινούργια ιδέα πράγματι είναι, αλλά δεν συνιστά «επανάσταση» –αλλαγή υποδείγματος– όπως ο ίδιος δήλωσε· είναι μια νέα κίνηση στο υπάρχον παιχνίδι. Αλλαγή υποδείγματος θα συνιστούσε η ανατροπή, όχι η ανακαίνιση, βαθιών ελλαδικών δομών, όπως είναι η χρόνια πολιτικοποίηση του κράτους. Η πραγματική τομή λ.χ. θα ήταν η δημιουργία μιας πολιτικά ανεξάρτητης ελίτ στη δημόσια διοίκηση. Ο Παπανδρέου δεν επέλεξε τους άριστους έναντι των αρεστών για να στελεχώσουν τα υπουργεία, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, τους άριστους μεταξύ των αρεστών. Θα διόριζε ποτέ ο πρωθυπουργός της Σουηδίας επικεφαλής της υπηρεσίας δίωξης οικονομικού εγκλήματος ένα συνδικαλιστή του κόμματός του;

Ο Παπανδρέου Γ΄ είναι ένας αμλετικός χαρακτήρας: διαπερνάται από αμφιβολίες που μειώνουν την αποφασιστικότητα της δράσης του. Το βλέπει κανείς και στη γλώσσα του σώματός του – αποπνέει αβεβαιότητα και προσωρινότητα. Ξέρει πώς θα ’θελε να είναι η Ελλάδα («η Δανία του Νότου»), έχει τα σωστά φιλελεύθερα - κοινωνιστικά ένστικτα, αλλά δεν γνωρίζει πώς να τα μεταποιήσει σε βιώσιμες στρατηγικές αλλαγής, γι’ αυτό και εξαντλείται σε γενικότητες. Μεγάλωσε σε μια προβεβλημένη πολιτική οικογένεια, κύριο γνώρισμα της οποίας ήταν η «φιλολαϊκότητα» –να είναι αρεστοί στο «λαό»– γι’ αυτό και δυσκολεύεται να πάρει τις σκληρές αποφάσεις που το κυβερνάν αναπόφευκτα επιβάλλει. Οι Παπανδρέου έμαθαν να υπόσχονται, να παρέχουν στους «μη προνομιούχους», όχι να τους δυσαρεστούν.

Ο πρωθυπουργός δεν διαθέτει βιωματική γνώση των προβλημάτων, βλέπει την Ελλάδα με την οπτική γωνία ενός «φιλέλληνα» που εκπλήσσεται με την αθλιότητα της χώρας, αλλά δεν γνωρίζει βαθιά, σωματικά, τον ψυχισμό της, τις φοβίες της, τους ιστορικούς εθισμούς της, κι αυτό φαίνεται στον άνευρο λόγο του. Αναπληρώνει την ελλιπή γνώση του ελλαδικού πλαισίου με γενικόλογες διακηρύξεις και δάνεια ιδεολογήματα («διαβούλευση», «συμμετοχή»).

Ο κ. Παπανδρέου έγινε πολιτικός επειδή γεννήθηκε σε πολιτική οικογένεια, η καρδιά του όμως είναι αλλού. Πριν από κάμποσα χρόνια, σε μια στιγμή αυθεντικότητας, εξέφρασε σε συνέντευξή του την επιθυμία ότι, αν δεν ήταν πολιτικός, θα ήθελε να ηγείται μιας Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Ο κ. Παπανδρέου δεν έχει νοοτροπία κυβερνήτη, αλλά επικεφαλής think tank, περιβαλλοντικής ή φιλανθρωπικής οργάνωσης – ανθρώπου, δηλαδή, που δεν τον έλκει τόσο η εκτελεστική όσο η συμβολική εξουσία. Γι’ αυτό του πάει ο ρόλος του προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, όπως θα του ταίριαζε ο ρόλος του Γραμματέα του ΟΗΕ ή της Διεθνούς Αμνηστίας. Ο ενδιάθετος κοσμοπολιτισμός του και μια αμερικανικής προελεύσεως σωτηριολογική προδιάθεση τον ωθούν να ασχολείται ενεργά με τα διεθνή κοινά. Με την εγχώρια πολιτική πλήττει, πιθανόν επειδή θα πρέπει να ασχοληθεί και με τη «λάντζα», όχι μόνο με υψιπετείς σκοπούς· ίσως θεωρεί τα δημόσια ήθη πολύ πρωτόγονα για τη δική του «εκλεπτυσμένη» νοοτροπία (περίπτωση Ρατζίβ Γκάντι). Σε κάθε περίπτωση, δίνει την εντύπωση ανθρώπου που παρατηρεί αλλά δεν μετέχει.

Είναι πειστικός όταν μιλάει για θέματα μειονοτήτων και μεταναστών (για τα οποία έχει προσωπική εμπειρία και ευαισθησία). Οι καλύτερες στιγμές του είναι όταν ενεργεί ως υπουργός Εξωτερικών – ένας ρόλος που εμπεριέχει λιγότερο την άσκηση εκτελεστικής εξουσίας και περισσότερο τη διαβούλευση. Οπως προσφυώς ελέχθη, ο Παπανδρέου είναι ένας υπουργός Εξωτερικών με αρμοδιότητες πρωθυπουργού. Ουσιαστικά είναι ένας do-gooder που αισθάνεται άβολα με συγκρούσεις. Η περιλάλητη «διαβούλευση» είναι ένας εύσχημος τρόπος να μην αποφασίζει.

Εκπλήσσονται μερικοί με τις κυβερνητικές «αρρυθμίες» και τον ανεπαρκή συντονισμό. Κακώς. Είχαμε αρκετά δείγματα γραφής από τον πρωθυπουργό με την ιδιότητά του ως προέδρου του ΠΑΣΟΚ. Η παροιμιώδης χαλαρότητα του κόμματος, τα διαρκώς ανανεούμενα όργανα, η μεταβλητή γεωμετρία των ανθρώπων που τον περιβάλλουν και η απουσία πολιτικών ανακλαστικών ήταν ήδη γνωστά. Γιατί να κάνει κάτι διαφορετικό ως πρωθυπουργός; Οι αρρυθμίες σύντομα θα εξελιχθούν σε εμφράγματα.

Οσοι περίμεναν ο νέος πρωθυπουργός όχι μόνο να γυρίσει σελίδα, αλλά να αλλάξει βιβλίο, πιθανότατα θα απογοητευθούν. Οι βαθιές δομές που καθηλώνουν τη χώρα είναι αμφίβολο αν θα αλλάξουν. Αλλαγές θα γίνουν, αλλά θα είναι ασύνδετες και περιπτωσιακές. Νέοι θεσμοί πιθανόν να δημιουργηθούν, αλλά οι υπάρχοντες είναι λιγότερο πιθανό να μεταρρυθμιστούν σοβαρά. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ρήξη με τον κομματισμό, τον κρατισμό, την πολιτική πόλωση, τον λαϊκισμό, τον κομματικό καιροσκοπισμό – ρήξη, δηλαδή, με όσα συνέχουν το σημερινό πολιτικό σύστημα, ένα νέο παιχνίδι. Η χώρα χρειάζεται επειγόντως έναν Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά επιλέγει πολιτικές μετριότητες. Φυσικά το πληρώνει – κυριολεκτικά!

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_27_17/01/2010_387157

28 Σεπ 2009

Ενας αποτυχημένος πρωθυπουργός φεύγει, ένας ανεπαρκής έρχεται…

*Καταπληκτικό άρθρο... Δε λέω τίποτα παραπάνω για να το διαβάσετε... (stel)
Ενας αποτυχημένος πρωθυπουργός φεύγει, ένας ανεπαρκής έρχεται… του Χαρίδημου Τσούκα (στην Καθημερινή)

Ο λόγος και η πρακτική που υιοθετεί κάποιος ως αρχηγός της αντιπολίτευσης προοιωνίζονται συνήθως τον τρόπο που θα κυβερνήσει. Όπως δεν χρειάζονταν μαντικές ικανότητες να προβλέψει κανείς, πριν από έξι και πλέον χρόνια, ότι ο Καραμανλής Β’ δεν θα έφερνε το μεταρρυθμιστικό άνεμο ως πρωθυπουργός (αν και ο πάταγος της αποτυχίας του ήταν απρόβλεπτος), έτσι και σήμερα μπορεί βάσιμα κανείς να διαβλέψει ότι η κατρακύλα της χώρας δεν θα ανακοπεί ουσιωδώς αν τον διαδεχθεί στην πρωθυπουργία ο Παπανδρέου Γ’. Και οι δύο έχουν αξιοπρόσεκτα κοινά σημεία. Πρόκειται για πολιτικές μετριότητες, δίχως επεξεργασμένη άποψη για τη χώρα και, κυρίως, χωρίς πολιτικό θάρρος. Εκτοξεύτηκαν σε ηγετικά αξιώματα εξαιτίας του επωνύμου τους, όχι των ικανοτήτων τους ή κάποιου συμβολισμού που ενσάρκωνε η ηγεσία τους. Επαγγελματίες πολιτικοί, μεγάλωσαν σε προνομιούχες πολιτικές οικογένειες έχοντας διαμορφώσει ιδιοκτησιακή αντίληψη για τα κόμματά τους και τους δημόσιους θεσμούς. Δεν έχουν βιωματική αίσθηση των προβλημάτων, δεν παθιάζονται με τον τόπο.

Το χειρότερο όμως είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται τις βαθιές δομές που καθηλώνουν τη χώρα, το συστημικό χαρακτήρα των προβλημάτων, την ιστορικότητά τους, αλλά τα ερμηνεύουν απλοϊκά ως αποτέλεσμα κακών κυβερνητικών επιλογών μόνο. Δεν βλέπουν ότι οι εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές συνήθως ερείδονται σε ένα υπόστρωμα ιστορικών νεοελληνικών εθισμών – αναξιοκρατίας, κομματισμού, πόλωσης, έλλειψης εμπιστοσύνης στους θεσμούς, ανοχής της παρανομίας, φατριασμού, αρχηγισμού, κρατικού πατερναλισμού, τοπικισμού, και θυματοποιητικού λαϊκισμού.

Τριανταπέντε χρόνια μετά την Μεταπολίτευση ξέρουμε πλέον ότι η νοοτροπία «φύγε εσύ, ναρθω εγώ κι όλα θα αλλάξουν», είναι φενάκη. Η διαφθορά δεν καταπολεμήθηκε επειδή έφυγε το ΠΑΣΟΚ και ήρθε η ΝΔ το 2004, γιατί η διαφθορά δεν είναι θέμα χρώματος των κυβερνώντων, αλλά βαθιών διοικητικών δομών και νοοτροπιών. Η ελλαδική επαρχία δεν θα αγκαλιάσει ξαφνικά τις ανεμογεννήτριες το 2009 επειδή αυτές θα προταθούν από τον μειλίχιο πρωθυπουργό Παπανδρέου, γιατί οι αντιδράσεις δεν έχουν να κάνουν τόσο με το ύφος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, όσο με τη βαθιά ριζωμένη νοοτροπία καχυποψίας και προστασίας τοπικών μικροσυμφερόντων. Πως αλλάζουν αυτές οι νοοτροπίες; Κανείς δεν δείχνει να προβληματίζεται.

Συγκρίνετε την προεκλογική συνέντευξη Καραμανλή στις 29/2/2004 με την προεκλογική συνέντευξη Παπανδρέου στις 20/9/2009 (και οι δύο στην «Καθημερινή) και θα δείτε εντυπωσιακές ομοιότητες: ένας στρογγυλεμένος, προγραμματικά κενός αλλά επικοινωνιακά «αισιόδοξος» λόγος• πληκτική φλυαρία για «διάλογο»• η αναπόφευκτη αναφορά στην «πολιτική βούληση» για ένα «άλλο κράτος» και μια «νέα αρχή». Λόγια του αέρα! Αυτό που απουσιάζει και από τους δυο ηγέτες είναι ακριβώς η ισχυρή βούληση – τα κότσια να εφαρμόσουν δύσκολες αλλά απαραίτητες αλλαγές, με πολιτικό κόστος. Η καραμανλική επανίδρυση του κράτους κατέληξε σε φάρσα, ενώ η παπανδρεϊκή βούληση για την αναθεώρηση του άρθρου 16 εξανεμίστηκε τη στιγμή που συγκρούστηκε με το παγόβουνο του κρατικιστικού ΠΑΣΟΚ.

Η τρίτη γενιά των Παπανδρέου ετοιμάζεται να κυβερνήσει. Η τέταρτη υποθέτω ότι ήδη προπονείται. Δεδομένου ότι ο Παπανδρέου Γ’ δεν είναι νέος στην εκτελεστική εξουσία, μπορούμε να εικάσουμε πως θα πολιτευθεί: με πληθώρα εξωϋπηρεσιακών συμβούλων, παρακάμπτοντας τους δημόσιους λειτουργούς (όπως στο υπουργείο Εξωτερικών)• με το βαθύ ΠΑΣΟΚ συσπειρωμένο γύρω του, πνίγοντας τις όποιες εκσυγχρονιστικές πρωτοβουλίες μεταρρυθμιστών υπουργών του• δίχως αυτοφυές πολιτικό ένστικτο, χωρίς κινητοποιό αρχή και αρθρωμένη στρατηγική, με περιορισμένα προσωπικά βιώματα της χώρας που κυβερνά• χωρίς πάθος αλλά με αναβλητικότητα και ισορροπισμούς. Οι ραφές που συγκρατούν το ΠΑΣΟΚ θα φανούν στην πρώτη μεγάλη κρίση που θα διαχειριστεί.

Αν ο κ.Παπανδρέου κατανοούσε βαθιά το φαύλο κύκλο των προβλημάτων που ταλανίζουν τη χώρα, θα διακινδύνευε μια απλή, αδάπανη, και βαθιά συμβολική κίνηση: θα δεσμευόταν ότι, ένα μήνα μετά την εκλογή του, ο γενικός γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου και οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων δεν θα είναι πολιτικώς επιλεγμένα πρόσωπα, αλλά ανώτατα στελέχη της διοίκησης. Όποιος θέλει να κάνει ρήξεις, πρέπει πρώτα να διαρρήξει την παραδοσιακή σχέση του κυβερνώντος κόμματος με το κράτος, να δεθεί ο ίδιος στο κατάρτι της αξιοκρατίας και της ακομμάτιστης διοίκησης. Έτσι αρχίζει να λύνεται ο γόρδιος δεσμός του κομματισμού που πνίγει τη χώρα.

Φυσικά δεν θα το κάνει. Ο κ.Παπανδρέου δεν έχει τη στόφα του ηγέτη των ρήξεων. Έχοντας μεγαλώσει στη σκιά του πατέρα του, δεν βρήκε ποτέ το θάρρος να διαπράξει συμβολική πατροκτονία: να χειραφετηθεί από τον πατέρα-αφέντη, να βρει τη δική του φωνή, να εμμείνει σε έναν νεωτερικό πολιτικό λόγο αισθητά διαφορετικό από τον παλαιοπασοκικό. Τα Καναδοαμερικανικά και Σουηδικά βιώματά του δεν τα έχει μεταβολίσει σε ρεαλιστική στρατηγική ρήξεων με τις βαθιές ελλαδικές νοοτροπίες. Παραμένουν ευσεβείς πόθοι και συνθήματα.

Ένας αποτυχημένος πρωθυπουργός φεύγει, ένας ανεπαρκής πρωθυπουργός έρχεται. Η κατρακύλα θα συνεχιστεί, ο ρυθμός της ίσως διαφέρει…

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_7_27/09/2009_330987