Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Απρ 2010

Γιατί τρέχει ο Σαμαράς;

* Αραιά και που, καλό είναι να διαβάζουμε και κανένα άρθρο για τη ΝΔ αφενός για να ξεδίνουμε από την τόση οικονομική ανάλυση με κάτι χαλαρό και εύθυμο και αφετέρου για να θυμόμαστε ότι τα πράγματα στη χώρα μπορούν πάντα να γίνουν πολύ χειρότερα... (stel)

Γιατί τρέχει ο Σαμαράς; του Ριχάρδου Σωμερίτη (στο ΒΗΜΑ)


«Οσοι πλήγωσαν την παράταξη είναι κομμένοι». Οπως σίγουρα το ακούσατε, την «ιστορική» αυτή, διόλου αυτοκριτική φράση τη χρησιμοποίησε ο κ. Αντώνης Σαμαράς. Ο άνθρωπος που «εκτέλεσε» την παράταξή του στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 οδηγώντας την από την κυβέρνηση σε δεκάχρονη παραμονή στην αντιπολίτευση! Που τα είχε βάλει με τον ίδιο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Που απέτυχε ως κομματάρχης και φίλησε τελικά τις γνωστές ποδιές του Κώστα Καραμανλή για να επιστρέψει στο μαντρί χωρίς πολιτικούς όρους και αποδεχόμενος (υπουργός του έγινε) όλα τα τραγικά πεπραγμένα του...


Είναι και αυτή μια μέθοδος πολιτικής ανέλιξης. Αλλά και η απλοϊκή αμνησία; Ο κ. Σαμαράς είναι πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας από λίγους μόνο μήνες. Αν οι παρατρεχάμενοί του δεν είχαν πάρει βολικό διαζύγιο με τη μνήμη, θα μπορούσαν τουλάχιστον να καταγράψουν πόσες φορές ο κ. Σαμαράς άλλαξε από τότε πολιτικές και λεξιλόγιο για το δραματικό χρηματοπιστωτικό και όχι μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Και σε κάθε περίπτωση θα μπορούσαν να τον παρακαλέσουν να μην ισχυρίζεται τόσο συχνά ότι είναι «οικονομολόγος»: το καλοκαίρι της οικονομικής υπουργίας του, το γνωστό ΄89, παραμένει αξέχαστο.


Ο νυν πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας έχει ορισμένα προβλήματα με τους συνεταίρους του. Κυρίως με την κυρία Μπακογιάννη και (όσο κι αν λουφάζει) με τον κ. Αβραμόπουλο. Χτίζει έτσι το μαγαζάκι του εις βάρος τους. Πρόβλημά του και πρόβλημά τους. Οχι του λαού. Θα μπορούσαμε όμως να παρατηρήσουμε ότι είναι πρόβλημα για όλους όταν, ίσως γιατί φοβάται και τον Καρατζαφέρη, μαζεύει γύρω του, στην «προσωπική του φρουρά», όχι λίγους γυρολόγους της πολιτικής, με σαφέστατες ακροδεξιές διασυνδέσεις. Στο όνομα του «πατριωτισμού», φυσικά. Υπενθύμιση: ορισμένα από αυτά τα «άνθη του κακού» τα είχε ήδη καλλιεργήσει στους κήπους της Πολιτικής Ανοιξης.


Τουλάχιστον τότε ο κ. Σαμαράς νόμιζε ότι, νέος ακόμη, μπορούσε να περιμένει για λίγο την πολυπόθητη εξουσία. Δεν συμβαίνει το ίδιο σήμερα. Ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται στο κεφαλόσκαλο της τρίτης ηλικίας και ξέρει ότι παίζει το τελευταίο του αρχηγικό χαρτί. Με ένα κόμμα που μάλλον χρειάζεται μεγάλο χρόνο για να ξαναβρεί κάποιον δρόμο μετά την οικτρή αποτυχία της πρόσφατης μικροκαραμανλικής περιόδου. Ελπίδα του, ελάχιστα πατριωτική, είναι μια σύντομη κατάρρευση του ΠαΣοΚ ως συνέπεια μιας κατάρρευσης της χώρας. Να πώς εξηγείται η απίστευτη βιαιότητα των τελευταίων αντικυβερνητικών του θέσεων. Που θα είχαν κάποια αγοραία πολιτική λογική σε άλλη στιγμή. Αλλά όχι τώρα που παίζεται η συλλογική μας τύχη στο μέγα καζίνο των «αγορών». Και που δόθηκε και τόσο δύσκολα κερδήθηκε, την ώρα που ξεπερνούσε τον εαυτό του αγορεύοντας, η τόσο σκληρή μάχη για την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Μπάστα!


http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=325392&dt=13/04/2010

18 Φεβ 2010

Κανένα δάκρυ για τη χαμένη συναίνεση

* Το έγραφα και την προηγούμενη βδομάδα, ουσιαστική συναίνεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για την οικονομία δεν υφίσταται και στην τελική δεν μας λύνει και κανένα από τα τόσα προβλήματα μας. Από την επικοινωνιακή και ανούσια συναίνεση προτιμώ να δω κάποιον «να μπαίνει στη φυλακή» όπως λέει και ο Παπακωνσταντίνου, αλλά προφανώς ούτε και αυτό θα γίνει... (stel)

Κανένα δάκρυ για τη χαμένη συναίνεση του Φοίβου Καρζή (στην ιστοσελίδα http://www.freecity.gr/)

Xάσαμε τη συναίνεση. Ε, και; Και που την είχαμε, τι κερδίζαμε; Αλήθεια, τι απέδωσε αυτό το δίμηνο της υποτιθέμενης συναίνεσης στη χώρα; Μήπως έγιναν λιγότερες απεργίες επειδή ο κ. Σαμαράς δεν ανέβαζε τους τόνους; Μήπως έσπασαν νωρίτερα τα αγροτικά μπλόκα επειδή (ορθώς) δεν επιδοκίμασε την πρακτική της διάλυσης των εθνικών μεταφορών με τη μορφή εκβιασμού; Όλα συνέβησαν όπως ακριβώς θα συνέβαιναν κι αν είχαμε άγριες κόντρες στη Βουλή.

Τι είδους συναίνεση ήταν αυτή; Ήταν μια συναίνεση προϊόν πολιτικής επιλογής ενός κόμματος και ενός αρχηγού που συναισθάνθηκε το βάρος της ευθύνης για το ότι παρέδωσε τη χώρα σε κατάσταση χρεωκοπίας; Όχι μεταφορικής, πολιτικής χρεωκοπίας -γι'αυτήν άλλωστε μίλησαν οι δέκα μονάδες- αλλά πραγματικής οικονομικής χρεωκοπίας και πλήρους διεθνούς απαξίωσης; Δεν ήταν.


Απόδειξη ότι ο κ. Σαμαράς και η Νέα Δημοκρατία, εκτός από το να ψελλίζουν κάτι διακριτικές ατακούλες που μεταφράζονται σε τίτλους για “αποστάσεις” από την κυβέρνηση Καραμανλή, δεν έχει πει λέξη για το μέτρο, την έκταση, το βάρος των ευθυνών αυτής της “νέας διακυβέρνησης” - αν θυμάστε τη ρουσοπουλική ορολογία. Και η Ντόρα χρειάστηκε να χάσει πρώτα τη μάχη για την ηγεσία για να θυμηθεί μόλις τώρα ότι δεν υπάρχει χρεωκοπία χωρίς ευθύνη.


Όσο για τον ίδιο τον κ. Καραμανλή, η τύχη του αγνοείται. Ούτε μια λέξη, ούτε μια συνέντευξη, ούτε μια δήλωση. Ούτε ίχνος δημόσιας απολογίας, ούτε δείγμα εξήγησης. Άκρα σιγή – βαριά κι ασήκωτη η σιωπή για τον ίδιο, την παράταξη και το όνομά του.


Αλλά ακόμη και τέτοια, πολιτικά ελλειμματική, η συναίνεση είχε ένα επιπλέον έλλειμμα. Ακόμη κι έτσι ήταν μερική, κουτσουρεμένη, μίζερη. Πρακτικά, ποιό ήταν το αποτέλεσμά της; Πώς εκφράστηκε αυτό το δίμηνο; Η Νέα Δημοκρατία συμφώνησε με την αύξηση των φόρων στα ποτά και τα τσιγάρα. Περί αυτού πρόκειται. Αυτό ήταν το αποτύπωμα της συναίνεσης, που απολέσαμε για χάρη της εξεταστικής.


Δεν συμφώνησε ούτε με την αύξηση στα καύσιμα (μικρότερη από όση χρειαζόταν), ούτε με την αύξηση του ΦΠΑ (που έρχεται), ούτε με κάτι άλλο δημοσιονομικά αξιοσημείωτο – και φυσικά ήθελε να προσλάβουμε και άλλους 30.000 δημοσίους υπαλλήλους από τα stage για να βγουν οι εταίροι από το ταβάνι του κτιρίου της Κομισιόν.


Το πρόβλημα δεν είναι στη συναίνεση. Είναι στις αποφάσεις. Το τι χρειάζεται η χώρα είναι απολύτως σαφές. Τα μέτρα τα ξέρουμε. Ας τα πούμε. Όλα μαζί – όχι λίγα-λίγα, όχι να σέρνονται, όχι ως απειλή που παγώνει τους ανθρώπους και μαζί την αγορά. Αλλά ως κοινή απόφαση να προχωρήσει η χώρα σε ένα συγκεκριμένο δρόμο. Η μόνη συναίνεση που έχει σημασία είναι της κοινωνίας.


http://bit.ly/8XVPDe


1 Φεβ 2010

Αγγαρείες

* Ο Καραμανλής πρέπει να λογοδοτήσει για τα πεπραγμένα του, να χτυπηθεί πολιτικά και να τιμωρηθεί όπως του αξίζει. Η πρωθυπουργία του και ότι συνολικά πρεσβεύει ο ίδιος ως πολιτικός πρέπει να απαξιωθούν μια για πάντα, αν θέλουμε να πάμε μπροστά ως χώρα. Αλλιώς, επειδή η μνήμη είναι κοντή και ίδιος μανούλα στην επικοινωνία, το σίγουρο είναι ότι σε λίγα χρόνια θα τον δούμε ξανά στο προσκήνιο. (stel - το σκίτσο είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη από την Καθημερινή)

Αγγαρείες του Δημήτρη Μητρόπουλου (στα ΝΕΑ)

Ολα πληρώνονται. Έστω και με κάποια καθυστέρηση. Πριν από δέκα χρόνια, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Κώστας Καραμανλής έβαλε την ελληνική πολιτική στον αστερισμό της σκανδαλολογίας. Η αλήθεια είναι πως ο σαραντάρης πρόεδρος της Ν.Δ. είχε λαχανιάσει απέναντι στον εξηντάρη «καθηγητή» Σημίτη με το μπλοκάκι και τον εθνικό στόχο της ΟΝΕ. Έτσι, το 1999 ο Καραμανλής άλλαξε γραμμή και πήρε το σφυρί.

Η Ν.Δ. έπαιξε με τα σκάνδαλα ως αντιπολίτευση. Και έμπλεξε με τα σκάνδαλα ως κυβέρνηση σχεδόν από την αρχή. Από τον Σεπτέμβριο του 2004, όταν ο Σάββας Τσιτουρίδης παραιτήθηκε για πρώτη φορά από υπουργός- για μια υπόθεση πανεπιστημιακής μετεγγραφής- η μια υπόθεση διαδεχόταν την άλλη. Τα είδαμε όλα. Από άλματα στο κενό μέχρι πρόωρο κλείσιμο της Βουλής. Ολα αυτά υποτίθεται πως τέλειωσαν στις 4 Οκτωβρίου 2009. Ο Καραμανλής μπορούσε πια να ησυχάσει. Σε ένα τετ-α-τετ με τον Αβραμόπουλο για τα της διαδικασίας εκλογής νέου αρχηγού, ο Κώστας είχε δείξει στον Δημήτρη το ρολόι του μια χειρονομία που σήμαινε ότι βιαζόταν να φύγει. Να φύγει. Για να μπορεί να περάσει όσες ώρες θέλει στο εστιατόριο «18» στο Κολωνάκι. Ή να απλωθεί στα πίσω έδρανα της Βουλής, σαν φοιτητής που βαριέται το μάθημα στο αμφιθέατρο.

«Δεν είναι εικόνα πρώην πρωθυπουργού αυτή...», έλεγε κατ΄ ιδίαν κορυφαίος υπουργός της περιόδου 2004- 2009 που στήριξε τον Καραμανλή. Πράγματι. Ο Κώστας έδειχνε να αντιλαμβάνεται τη μετά το Μαξίμου πολιτική ζωή του σαν ένα είδος αγγαρείας. Ο ίδιος φαίνεται πως περίμενε να δικαιωθεί, περιμένοντας μπάχαλο στην οικονομία την άνοιξη και αδιέξοδο της διακυβέρνησης Παπανδρέου.

Ο,τι αφήνεις όμως εσύ, δεν σε αφήνει κι αυτό. Οι άνθρωποι του Καραμανλή είχαν υποτιμήσει τις Εξεταστικές. Η πρόθεσή του ήταν, σε περίπτωση που κληθεί, να μην πάει, στέλνοντας υπόμνημα. Ωστόσο, μπορείς να μην πας εσύ στην Εξεταστική, αλλά να έρθει η Εξεταστική σε εσένα- και μάλιστα πριν αρχίσει. Αυτό συμβαίνει ήδη με τη Ζίμενς, ενώ δεν έχει ξεκινήσει καν το Βατοπέδιο. Το χειρότερο είναι ότι η στήριξη της Ρηγίλλης στον Καραμανλή είναι χλιαρή και σε επίπεδο Μάξιμου Χαρακόπουλου.

Ολα αυτά υπενθυμίζουν έναν κίνδυνο. Τα σκάνδαλα είναι πιο επικίνδυνα για τους πρώην- παρά για τους νυν.

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=13&ct=31&artID=4557845

1 Δεκ 2009

Το δεξιό πρόσωπο

* Έχω την εντύπωση ότι ο σημερινός 20άρης θεωρεί το Σαμαρά νέο και φρέσκο πολιτικό αγνοώντας όχι απλώς ότι πρωτοέγινε Υπουργός το 1989 (!) αλλά κυρίως ότι πρεσβεύει αναχρονιστικές συντηρητικές αντιλήψεις ανάλογες του συνυποψήφιου του Παναγιώτη Ψωμιάδη. Καλές λοιπόν οι συναινέσεις και οι προσωπικές φιλίες αλλά το ΠΑΣΟΚ πρέπει γρήγορα να θυμίσει σε όλους τί εστί Αντώνης Σαμαράς πριν βρεθεί προ δυσάρεστων εκπλήξεων... (stel – το σκίτσο είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη από την Καθημερινή)

Το δεξιό πρόσωπο του Κώστα Μποτόπουλου (στα ΝΕΑ)

Η μάλλον πιο άνετη του αναμενομένου επικράτηση του Αντώνη Σαμαρά έδωσε στην ελληνική Δεξιά ένα νέο αλλά με βαριά ιστορία- αρχηγό. Η πρωτόγνωρη για το συγκεκριμένο κόμμα διαδικασία επιλογής, όσο κι αν υστερεί ποσοτικά, ποιοτικά και οργανωτικά της αντίστοιχης πρακτικής του ΠΑΣΟΚ, συνιστά ασφαλώς δημοκρατικό κέρδος και για τη Νέα Δημοκρατία και για το πολιτικό μας σύστημα. Ο νέος αρχηγός φαίνεται να ξεκινά την πορεία του με δύο μεγάλα όπλα: τη νομιμοποιητική του βάση και την εμπειρία ψυχικής και δυνάμει πολιτικής ωρίμασης από την υπερδεκαετή διάβαση της προσωπικής του ερήμου. Βρίσκεται όμως εξαρχής αντιμέτωπος και με δύο εξίσου μεγάλα βάρη: το ίχνος της πρώτης υπουργικής του θητείας και την προϊούσα αποδιοργάνωση του κόμματός του, που φάνηκε ξεκάθαρα μέσα από το οργανωτικό χάος και την αδιαφάνεια της ψηφοφορίας, αλλά και τη συνεχιζόμενη απροθυμία όλων να συζητηθούν τα αίτια της πρόσφατης εκλογικής πανωλεθρίας.

Πιστεύω πως το παιχνίδι θα παιχτεί κυρίως στο ιδεολογικό επίπεδο. Αυτό μπορεί να φαίνεται οξύμωρο, καθώς εγγενές χαρακτηριστικό της απανταχού του κόσμου Δεξιάς είναι η άρνηση της ιδεολογίας και των ιδεολογικών διαφορών μεταξύ των κομμάτων, η διεκδίκηση της εξουσίας ως μόνου συνεκτικού ιστού μεταξύ προσώπων, τάσεων και σχέσεων ηγεσίας- βάσης. Η Δεξιά εκ φύσεως δεν υπόσχεται έναν καλύτερο κόσμο, παρά μόνο τη διατήρηση του ισχύοντος πλαισίου ώστε ο κάθε πολίτης να παλέψει με τα δικά του μέσα για την ατομική του βελτίωση. Για τις εκλογικές μάχες χρειάζεται βέβαια ένας ιδεολογικός μανδύας, που, χοντρικά, κυμαίνεται, στην ελληνική της παραλλαγή, ανάμεσα στη «λαϊκή Δεξιά» και τη «φιλελεύθερη Δεξιά» (ο όρος «Κεντροδεξιά» δεν μπορεί να είναι χρήσιμος, ακριβώς γιατί χρησιμοποιείται αδιάκριτα και ασυλλόγιστα από όλους). Ο κύριος Σαμαράς έκανε δύο επιλογές που αποδείχτηκαν πετυχημένες για την εσωκομματική μάχη, θα τον δυσκολέψουν όμως πολύ κατά την άσκηση της ηγεσίας: «Ιδεολογικοποίησε» το προφίλ του και τον αγώνα του (υποσχέθηκε όχι μόνο «ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας» αλλά και «σπάσιμο των μηχανισμών» και «τομές και μεταρρυθμίσεις» στο εσωτερικό του κόμματος), επέλεξε δε τη «λαϊκή Δεξιά» ως βάση, σε μια εποχή που διεθνώς η «στροφή στο κέντρο» αποτελεί σχεδόν μονόδρομο για όλα τα κόμματα εξουσίας. Διπλό το σισύφειο στοίχημα: μπορεί να «ιδεολογικοποιηθεί» ένα εκ φύσεως αντιιδεολογικό και επιπλέον βαρύτατα τραυματισμένο από την εντελώς χωρίς έρμα και χωρίς αποτελέσματα τελευταία κυβερνητική του διαχείριση κόμμα; Και πώς μπορούν να συνυπάρξουν στο νέο «ιδεολογικό» κορμό στοιχεία όπως η εσωκομματική δημοκρατία και η μάχη των ήδη διαγκωνιζόμενων προυχόντων, ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός» και η προσκόλληση σε μια εντελώς αναχρονιστική αντίληψη της «ελληνικότητας»;

Αντίστοιχα δύο είναι και οι βασικοί κίνδυνοι για τον νέο αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης: να θεωρήσει ότι κύριο συγκολλητικό στοιχείο της προσπάθειάς του θα πρέπει να είναι μια άκριτη, «δομική», υπό τη νεοκαραμανλική έννοια των έντονων και κενών λόγων, εναντίωση σε καθετί που κάνει η κυβέρνηση και ιδίως στις πραγματικές μεταρρυθμιστικές της απόπειρες (σημαντικά πρώτα δείγματα θα δοθούν από τη στάση στα καυτού συμβολισμού εθνικά θέματα και από τη θεσμική υπευθυνότητα που θα δειχθεί ή δεν θα δειχθεί ως προς την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας). Δεύτερος κίνδυνος, να χρησιμοποιηθεί σε υπερβολικό βαθμό ως έμπνευση το ίνδαλμα της ευρωπαϊκής Δεξιάς, ο Σαρκοζί, ο οποίος όμως είναι καθαρά γαλλικό, άρα μη εξαγώγιμο, πολιτικό προϊόν, βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση στην πατρίδα του και οι ιδέες του είναι στους αντίποδες της «μεταμοντέρνας εθνικοφροσύνης» που μπορεί να συναχθεί από τα διαχρονικά δείγματα γραφής του κυρίου Σαμαρά.

Κάθε πολιτικό σύστημα χρειάζεται μια υπεύθυνη αντιπολίτευση. Ας το ευχηθούμε στη νέα Νέα Δημοκρατία, αν και, για να το επιτύχει, είναι προφανές ότι πρέπει να υπερβεί τον εαυτό της.

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4548777&ct=1

29 Νοε 2009

Πέρα από την Ντόρα ή τον Αντώνη: Tο υπαρξιακό πρόβλημα της ΝΔ

* Οι νεοδημοκράτες ψηφίζουν σήμερα για το νέο τους αρχηγό και εγώ δεν ξέρω ποιός θα είναι χειρότερος δυνάμει πρωθυπουργός για τη χώρα. Ένας εθνικιστής υπέρμαχος της λαϊκής δεξιάς ή μία άνευ ιδεολογίας και πολιτικής ταυτότητας που απλά και στωικά περιμένει τη δική της σειρά να κληρονομήσει το κόμμα; Σύμφωνει, ο Σαμαράς είναι ίσως πιο επικίνδυνος, αυτά που πρεσβεύει η Ντόρα όμως (οικογενειοκρατία, επικοινωνιακή εικόνα, χαμόγελο και μηδέν πολιτική ουσία) πρέπει κάποια στιγμή να τιμωρηθούν... (stel)

Πέρα από την Ντόρα ή τον Αντώνη: Tο υπαρξιακό πρόβλημα της ΝΔ του Στέλιου Κούλογλου (στη LIFO)

Μπορεί το θέμα της ηγεσίας στη ΝΔ να κριθεί αυτή την Κυριακή ή να κριθεί την επόμενη, αλλά το βαθύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ΝΔ θ' αργήσει να επιλυθεί. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντιμετωπίζει ένα δίλημμα παραπλήσιο με αυτό του Άμλετ: να είναι κανείς Δεξιά ή να μην είναι;

Mετά την επταετία 1974-'81 του Κωνσταντίνου Καραμανλή, όταν έπαιξε τον ρόλο του κόμματος που αποκατέστησε τη δημοκρατία και έβαλε τη χώρα στην ΕΟΚ, η ΝΔ λειτουργεί ως κόμμα αντι- και συμπληρωματικό του ΠΑΣΟΚ. Το 1990 ξαναβρέθηκε στην κυβέρνηση για 3 μόλις χρόνια, επειδή ο Ανδρέας Παπανδρέου στροβιλιζόταν στη δίνη του σκανδάλου Κοσκωτά, και το 2004 επειδή το ΠΑΣΟΚ είχε ανεπανόρθωτα φθαρεί από τη μακρόχρονη παραμονή στην εξουσία.

Αντίθετα με τα ομόλογα συντηρητικά κόμματα της Ευρώπης, που την τελευταία δεκαπενταετία διαμόρφωσαν ένα διακριτό πρόγραμμα, βασισμένο στον νεοφιλελευθερισμό και στην αποθέωση των νόμων της «ελεύθερης αγοράς», ο Καραμανλής ο νεώτερος απαρνήθηκε την πολιτική στο όνομα της περιβόητης σεμνότητας και της ταπεινότητας.

Στην πράξη, η πολιτική της κυβέρνησης Καραμανλή αποθέωσε την ευνοιοκρατία και τα κομματικά ρουσφέτια, δηλαδή έναν παρωχημένο κρατισμό που θύμιζε παλιοδεξιά της δεκαετίας του '60. Όμως οι διακηρύξεις του περιείχαν απαραίτητα αναφορές περί κοινωνικής δικαιοσύνης και της ανάγκης υπεράσπισης των «ασθενέστερων στρωμάτων», ορολογία που συνήθως χρησιμοποιούν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.

Η πλήρως απο-ιδεολογικοποιημένη καραμανλική διακυβέρνηση είχε όμως και τα θετικά της: επέτρεψε σε διαφορετικές πτέρυγες , από τους νεοφιλελεύθερους της περιόδου Μητσοτάκη μέχρι την κλασική Δεξιά, να συνυπάρχουν στο ίδιο κόμμα. Χάρη σε αυτή την «αμφίπλευρη διεύρυνση», η ΝΔ κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές του 2004 και του 2007. Τελικώς αποδείχθηκε καταστροφική, γιατί είναι αδύνατον να αρμενίζεις για πολύ πατώντας σε δύο βάρκες (ένα δίδαγμα που καλό είναι να θυμάται και το σημερινό ΠΑΣΟΚ).

Η σημερινή βαθιά κρίση στη ΝΔ οφείλεται στο γεγονός ότι με την πρόσφατη συντριπτική εκλογική ήττα τα δύο αυτά ρεύματα ήρθαν στην επιφάνεια και συγκρούστηκαν. Αν επικρατήσει η κυρία Μπακογιάννη, η οποία επαγγέλλεται έναν νεωτεριστικό νεοφιλελευθερισμό που προκαλεί αλλεργία στη «βεριτάμπλ» Δεξιά, η τελευταία θα στραφεί προς τον ΛΑΟΣ που παραμονεύει. Αν κερδίσει ο κ. Σαμαράς, ένα μέρος του ΛΑΟΣ θα γυρίσει στη νεοδημοκρατική «πολυκατοικία» από την μπροστινή είσοδο, αλλά οι όποιοι κεντρώοι ψηφοφόροι έχουν απομείνει θα τρέξουν να ξεφύγουν πέφτοντας απ' τα παράθυρα. Να είναι κανείς δεξιός, και πόσο;

Μια ματιά στην κοινωνιολογία των πρόσφατων εκλογών από τη σχετική έρευνα της εταιρείας Vprc δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Το 2004 η ΝΔ κατάφερε να κερδίσει την ψήφο αρκετών νέων που δεν είχαν γνωρίσει παρά την εξουσία του ΠΑΣΟΚ και της έδωσαν ψήφο αλλαγής. Όμως το 2009, στους ψηφοφόρους που ψήφισαν για πρώτη φορά, η ΝΔ κέρδισε μόλις το 21% (42% το ΠΑΣΟΚ), με τα ποσοστά της να αυξάνονται ραγδαία στους ψηφοφόρους άνω των 65 και στους συνταξιούχους.

Πολλοί νέοι συνειδητοποίησαν «τι σημαίνει Δεξιά» και αυτό κάνει την επιστροφή της ΝΔ στην εξουσία ακόμη πιο δύσκολη. Η στάση αναμονής ώστε να φθαρεί για μια ακόμη φορά το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να αποδώσει καρπούς. Αν ο κ. Παπανδρέου καταφέρει να διαχειριστεί το χάος που του παρέδωσε η ΝΔ, θα ξανακερδίσει τις εκλογές. Αν αποτύχει, θα συμπαρασύρει στην πτώση του ολόκληρο το σύστημα της μεταπολίτευσης, μέρος του οποίου αποτελεί η ΝΔ. Η τελευταία χρειάζεται νέα πρόσωπα και νέες ιδέες, που δεν δείχνει ότι μπορεί να γεννήσει: ακόμη και η ανοιχτή ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου δεν είναι παρά απομίμηση της διαδικασίας που λανσάρισε το 2004 το ΠΑΣΟΚ...

http://www.lifo.gr/mag/columns/2486

12 Νοε 2009

Αποκωδικοποιώντας το DNA της Νέας Δημοκρατίας

* Η χώρα ξεφτιλίζεται, όσο ποτέ στο παρελθόν, από τους ευρωπαίους αξιωματούχους για την κατάσταση της οικονομίας της και τα μαγειρέματα των επίσημων στατιστικών που έδινε τόσα χρόνια, αλλά για το θέμα οι μόνοι που δεν ασχολούνται είναι και οι κύριοι υπεύθυνοι της κατάστασης: τα στελέχη και οι υποψήφιοι πολιτικοί αρχηγοί της ΝΔ. Θα μου πει κανείς, εδώ δεν συζητάνε ούτε ένα σοβαρό θέμα πολιτικής ουσίας ή έστω αποτίμησης της κυβερνητικής θητείας τους, αυτά που πονάνε θα λένε; (stel)

Αποκωδικοποιώντας το DNA της Νέας Δημοκρατίας του Τάκη Μίχα (στην Ελευθεροτυπία)

Ερώτημα: Αν ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος είχε επανακάμψει στη Ν.Δ., θα είχε φτάσει στο σημείο να είναι σήμερα υποψήφιος αρχηγός του κόμματος;

Ακόμα: Αν υποθέσουμε ότι ήταν υποψήφιος για την ηγεσία του κόμματος, θα αντιμετωπιζόταν από τη «βάση» με την ίδια ευλαβική σιγή για την «αποστασία» του με αυτή που αντιμετωπίζεται ο Αντώνης Σαμαράς σήμερα; Η απάντηση και στα δύο ερωτήματα είναι προφανώς ένα βροντερό «όχι». Ομως, τόσο τα ερωτήματα όσο και οι απαντήσεις μάς οδηγούν κατευθείαν στα άδυτα του DNA του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τις ηγεσίες Εβερτ και Καραμανλή.

Οι πρόσφατοι πολιτικοί βίοι των κ. Ανδριανόπουλου και Σαμαρά έχουν κοινά σημεία. Και οι δυο «αποστάτησαν» από τη Ν.Δ. για ιδεολογικούς λόγους. Ο πρώτος επειδή έκρινε ότι η Ν.Δ. δεν ήταν (αρκετά) φιλελεύθερη, ο δεύτερος επειδή δεν ήταν (αρκετά) εθνικιστική. Ο κ. Ανδριανόπουλος συνεργάστηκε με το ΠΑΣΟΚ, επειδή θεωρούσε ότι ο σοσιαλδημοκρατικός διεθνισμός του Γ. Παπανδρέου ήταν πλησιέστερα στον δικό του φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό απ' ό,τι η «λαϊκή Δεξιά» του κ. Καραμανλή. Ο κ. Σαμαράς, από την πλευρά του, ανέτρεψε την κυβέρνηση Μητσοτάκη, επειδή έκρινε ότι η Ελλάδα είχε το μονοπώλιο στο όνομα «Μακεδονία» και ότι οποιαδήποτε υποχώρηση σε αυτό το σημείο ισοδυναμούσε με προδοσία.

Τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος διατηρούν τις απόψεις τους. Ομως, ενώ ο δεύτερος γίνεται δεκτός μετά βαΐων και κλάδων στη Ν.Δ., χωρίς σχεδόν κανείς να αναφέρεται στην «αποστασία» του, αντίθετα, η «αποστασία» του δεύτερου εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις και αρνητικά σχόλια. Πού οφείλεται αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση των δύο πολιτικών; Οχι ασφαλώς στην πράξη της «αποστασίας», την οποία αμφότεροι διέπραξαν, αλλά στις ιδέες τις οποίες εκφράζουν. Ο κ. Σαμαράς εκπροσωπεί τον εθνικισμό, που είναι η κρατούσα αντίληψη στη Ν.Δ., ενώ, αντίθετα, ο κ. Ανδριανόπουλος εκπροσωπεί έναν διεθνισμό που θεωρείται από τη «βάση» ξενόφερτος και επικίνδυνος.

Ομως, θα αντιπαρατηρήσει κανείς, το γεγονός ότι η Ντόρα Μπακογιάννη διεκδικεί με πιθανότητες την ηγεσία της Ν.Δ., δεν αναιρεί την παραπάνω συλλογιστική; Οχι, δεν την αναιρεί.

Αυτό το οποίο είναι αξιοσημείωτο, είναι ότι η κ. Μπακογιάννη ποτέ δεν προσπάθησε να προκαλέσει μια συζήτηση ουσίας σχετικά με τις απόψεις, την πολιτική και την κοσμοφιλοσοφία του αντιπάλου της (και κατ' επέκταση τις δικές της). Ποτέ της δεν έθεσε σε ντιμπέιτ τις οπωσδήποτε συζητήσιμες γεωστρατηγικές απόψεις του κ. Σαμαρά, τον τρόπο με τον οποίο ο τελευταίος προσδιορίζει το «εθνικό συμφέρον» της χώρας, καθώς και την ευκολία με την οποία χαρακτήριζε ως «μειονότητες» όσους δεν συμφωνούν μαζί του. Αντίθετα, οι παρεμβάσεις της αφορούν σχεδόν αποκλειστικά διαδικαστικά θέματα, ποτέ θέματα ουσίας. Η σιωπή της κ. Μπακογιάννη σε αυτά τα θέματα είναι αρκετά εύγλωττη. Γνωρίζει ότι το μοναδικό «αφήγημα» που συνδέει τη Ν.Δ. είναι ο «ποπ» εθνικισμός. Τίποτα άλλο. Ούτε η φιλοσοφία της ελευθερίας ούτε τα ατομικά δικαιώματα ούτε το κράτος δικαίου.

Προτιμά, λοιπόν, την εύκολη λύση, δηλαδή να παίξει μέσα στο κρατούν στο κόμμα πλαίσιο ιδεών, αντί να προσπαθήσει να το αμφισβητήσει. Ετσι, έχουμε το πρωτοφανές για ένα ευρωπαϊκό κόμμα θέαμα, οι υποψήφιοι για την ηγεσία να μη διασταυρώνουν ποτέ τα ξίφη τους για θέματα πολιτικής και ιδεολογίας. Ακόμα και στα συνέδρια του Κ.Κ. Κίνας, υπάρχει περισσότερη πολιτική αντιπαράθεση! Αν η κ. Μπακογιάννη τελικά επικρατήσει, αυτό δεν θα συμβεί επειδή προσέφερε ένα εναλλακτικό αφήγημα σε αυτό που προβάλλει ο κ. Σαμαράς. Θα επικρατήσει απλώς και μόνον επειδή θα έχει πείσει τη «βάση» ότι υπό την ηγεσία της η Ν.Δ. έχει μεγαλύτερες πιθανότητες ανάκτησης της εξουσίας.

Για να συνοψίσω: Οταν η Νέα Δημοκρατία φοράει τα ρούχα της δουλειάς, ονομάζεται «Καραμανλής-Εβερτ» και όταν φοράει τα γιορτινά της, ονομάζεται «Σαμαράς-Ψωμιάδης». Αυτά είναι τα δυο φαινότυπα του γονιδιώματός της και οποιοσδήποτε ηγέτης και αν εκλεγεί -συμεριλαμβανομένης και της κ. Μπακογιάννη- θα υποταχθεί νομοτελειακά στο αδυσώπητο αυτό γενετικό πρόσταγμα.

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=11/11/2009&id=100687

4 Νοε 2009

Ένας ψευτόμαγκας τραμπούκος για πρωθυπουργός

* Η χώρα είχε και στο παρελθόν μέτριους πρωθυπουργούς, ποτέ όμως κάποιον τόσο πολιτικά ανίκανο και αδιάφορο όπως ο Κώστας Καραμανλής. Δεν φτάνει που πήγε τη χώρα τόσο πίσω επί πρωθυπουργίας του, έρχεται τώρα με ύφος υπεράνω ηγέτη να κάνει υποδείξεις και μαγκιές για την εκλογή του νέου αρχηγού της ΝΔ. Το δράμα θα ολοκληρωθεί όταν σε κάποια χρόνια με υπερκομματικό προφίλ θα διεκδικήσει και τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας για να λέει ότι τίμησε και με το παραπάνω το «βαρύ» όνομα του θείου του... Τα λόγια του δεξιού αντιφρονούντα Τατούλη σωστά και σκληρά μεν, πολύ ετεροχρονισμένα δε... (stel – το σκίτσο είναι του Κώστα Μητρόπουλου από τα ΝΕΑ)

Ένας ψευτόμαγκας τραμπούκος για πρωθυπουργός του Πέτρου Τατούλη (αναρτήθηκε στο προσωπικό του blog και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Χώρα)

Τον Καραμανλή τον μικρό , είχα καταλάβει εδώ και καιρό γιατί τον αγάπησε η ελληνική κοινωνία σε τέτοιο βαθμό. Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, οικογενειάρχης, καλοφαγάς, πληθωρικός στις χειρονομίες του, τεμπελάκος αλλά καταφερτζής, μετρίων δυνατοτήτων, αλλά καλή καρδιά... Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε μεγάλο βαθμό στο ιδιότυπο του μέσου Έλληνα, ο οποίος αναγνώρισε τον εαυτό του ή τον αγαπημένο του γείτονα στο πρόσωπο του πρωθυπουργού της χώρας. Για πρώτη φορά ίσως στην σύγχρονη μεταπολιτευτική Ελλάδα, ένας σαν κι αυτόν θα κατοικούσε στο Μαξίμου.

Βέβαια, δυστυχώς οι εποχές αποδείχθησαν δύσκολες και τα καλαμπούρια γρήγορα μας τέλειωσαν. Ο πρωθυπουργός αποδείχθηκε άφιλος, απρόσιτος, απομονωμένος σαν τη βασιλοπούλα του παραμυθιού στον πύργο της. Το επικοινωνιακό του χάρισμα έγινε βαρίδι από τη στιγμή που καμία ουσία δεν είχαν τα λόγια του. Η οκνηρία του θα μείνει παροιμιώδης. Η δε ανικανότητα του να κυβερνήσει ήταν τέτοια ώστε το έβαλε στα πόδια χωρίς να μείνει να δώσει ούτε μια μάχη τιμής. Έτσι λοιπόν, με τον καιρό αντιλήφθηκε ο Έλληνας ότι ένας χειρότερος από αυτόν κατοικούσε στο Μαξίμου. Και αποφάσισε όπως ήταν φυσικό, από θέση ισχύος ο μέσος Έλληνας, να τον αποκαθηλώσει.

Τις εξελίξεις για τη Νέα Δημοκρατία και το τέλμα που θα τη βύθιζε ο τέως πρόεδρος της, τις έχω προδιαγράψει εδώ και καιρό. Και έχω επαληθευθεί. Δυστυχώς. Ωστόσο, τον προχθεσινό τραμπουκισμό, αυτό το βαρύ στυλ του ψευτόμαγκα, δεν μπορούσα ποτέ να πιστέψω ότι θα το άφηνε τόσο ελεύθερα να φανεί ο απερχόμενος πρόεδρος του κόμματος. Σας παραθέτω μερικά τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα της ομιλίας του στην Κεντρική Επιτροπή. «Ο,τι κουβέντα κι να γίνει, αν δεν έχεις αρχηγό δεν δουλεύει το πράγμα. Το καταλαβαίνουμε ή δεν το καταλαβαίνουμε αυτό», έκανε ότι ρωτάει μαινόμενος, για να καταλήξει: «Και τον πρόεδρο αυτό θα τον στηρίξουμε όλοι. Και όποιος δεν τον στηρίξει θα έχει να κάνει μαζί μου!» ή πάλι η αναφορά του για το πόσο συγκινημένος και «υπερήφανος» νιώθει για το βέτο στο Βουκουρέστι και η εμμονή του σε αυτήν την μοναδική του παρακαταθήκη.

Είναι πλέον σαφές ότι ο Καραμανλής μέσα στη Νέα Δημοκρατία δεν κουβαλάει κανέναν άλλον από τον εαυτό του. Η αυλή του, όμως, άνθρωποι που γλυκάθηκαν από την εξουσία που τους παρέδωσε, ψάχνουν να βρουν περάσματα στην επόμενη ημέρα. Εξ’ου και τα υπόγεια ρεύματα που κινούνται υπέρ της υποψηφιότητας Σαμαρά. Εξ’ ου και η μνεία που έκανε ο κ. Καραμανλής στα Σκόπια και την υποτιθέμενη αδιάλλακτη, πατριωτική του στάση, προκειμένου να αφήσει να διαφανεί η ιδεολογική τους συνάφεια με τον διατελέσαντα αρχηγό της Πολιτικής Άνοιξης. Εξ ‘ ου και η απελευθέρωση όλων εκείνων των δυνάμεων της συντήρησης, που στοιχίζονταν κάποτε πίσω από τον κ. Καραμανλή και τώρα πίσω από τον κ. Σαμαρά.

Για να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Προσωπικά έχω ζήσει τις εκλογικές αναμετρήσεις της παράταξης τα τελευταία 30 χρόνια. Και μάλιστα πολύ ενεργά. Για όσους στην ιστοσελίδα μου, με ρωτούν «μα, καλά Πέτρο, τίποτε δεν σου αρέσει σε αυτήν την παράταξη;», απαντώ ξεκάθαρα. Δεν μου αρέσουν δύο πράγματα αυτής της παράταξης, που αυτή την στιγμή την ηγεμονεύουν. Τα ανδρείκελα. Και οι χειροκροτητές. Και οι δύο τσαμπουκάδες, που όταν όμως βρεθούν μπροστά στην καρπαζιά της αλήθειας, αναφωνούν σαν δευτεραγωνιστές ελληνικής ταινίας «Μη βαράς καλέ κύριε…». Ήδη τους τις έβρεξε ο ελληνικός λαός. Έπονται όμως κι άλλες καρπαζιές.

http://tatoulis.blogspot.com/2009/11/blog-post.html

2 Νοε 2009

Η ηθική του λαϊκισμού

* Η επιβεβλημένη, όσο κι αν πολιτικά δύσκολη, πρωτοβουλία της κυβέρνησης να σταματήσει το απαράδεκτο – από πολλές απόψεις - μέτρο των stage στο Δημόσιο αποτελεί τη σημαντικότερη της απόφαση σε αυτόν τον πρώτο μήνα διακυβέρνησης. Εκείνοι που σήμερα δακρύβρεχτα φωνάζουν για την «εγκατάλειψη της ελπίδας χιλιάδων νέων» είναι οι ίδιοι που υπό τις αντίθετες περιστάσεις θα διαμαρτύρονταν για τις «νέες στρατιές μονίμων στο Δημόσιο». Πρωτοστάτες στο λαϊκισμό τα στελέχη της ΝΔ που όχι μόνο εισήγαγαν το ρουσφετολογικό θεσμό αλλά, εν μέσω προεκλογικής διαδικασίας για την ανάδειξη νέου Προέδρου, κάνουν ότι μπορούν για να τον υπερασπιστούν. (stel – το σκίτσο - κατάλοιπο της προεκλογικής περιόδου - είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη από την Καθημερινή).

Η ηθική του λαϊκισμού του Γιώργου Παγουλάτου (στην Καθημερινή)

Πολλοί στη Ν.Δ. θεωρούν ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που διατρέχει είναι να εγκλωβιστεί για πολλά χρόνια στην αντιπολίτευση. Ομως αυτός είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Ν. Δ. Ο πρώτος είναι να μετεξελιχθεί σε μια σκληρή, κομματική, λαϊκιστική Δεξιά, αποκόπτοντας τους δεσμούς της με τα δυναμικά φιλελεύθερα μεταρρυθμιστικά στρώματα της κοινωνίας.

Υπερβολές; Πάρτε το θέμα των stage. Ο δικομματικός κρατισμός είχε μετατρέψει έναν ευρωπαϊκό θεσμό βραχυχρόνιας μαθητείας στον ιδιωτικό τομέα, σε μηχανή ρουσφετολογικών τοποθετήσεων στο Δημόσιο, με προσδοκία μονιμοποίησης και με υπέρμετρη μοριοδότηση έναντι εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Η μηχανή των stage παρήγαγε χιλιάδες προεκλογικές προσλήψεις, που πληρώνονταν με δημόσιο χρήμα. Ευλόγως, λοιπόν, η νέα κυβέρνηση έπραξε το αυτονόητο: καταργεί τις συμβάσεις stage στο Δημόσιο και τις περιορίζει αυστηρά στον ιδιωτικό τομέα.

Πώς αντέδρασε η Ν. Δ. σε αυτό το σωστό μέτρο; Πλην ελάχιστων φωτεινών εξαιρέσεων (Κυριάκος Μητσοτάκης) με ένα μπαράζ λαϊκισμού. «Σπρώχνει σε πραγματικό εργασιακό Μεσαίωνα χιλιάδες νέους που έχουν ανάγκη», ανακοίνωσε ο εκπρόσωπος της Ν. Δ., αποδεικνύοντας ότι το λεξιλόγιο του ΚΚΕ κάνει θραύση στη Ρηγίλλης. Καταδικαστική, αν και συγκρατημένη, ήταν η θέση της κ. Μπακογιάννη, που κάλεσε την κυβέρνηση «να προχωρήσει άμεσα σε ουσιαστικό διάλογο έτσι ώστε να βρεθεί ο καλύτερος δυνατός τρόπος επίλυσης του θέματος». Αμετροεπής η δήλωση του κ. Σαμαρά, που μίλησε για «απίστευτη εκδικητικότητα» της κυβέρνησης. «Συνθλίβοντας τα όνειρα χιλιάδων νέων ανθρώπων δεν μειώνονται τα δημόσια ελλείμματα, φωτίζεται απλώς το έλλειμμα κοινωνικής ευαισθησίας» της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, είπε ο κ. Σαμαράς, αποδεικνύοντας ότι δεν άλλαξαν πολλά από την εποχή που ο ανεύθυνος λαϊκισμός εγκλώβιζε την εξωτερική πολιτική της χώρας. Κομψευόμενος και τρυφερός, ο λαϊκισμός του κ. Αβραμόπουλου, στηλίτευσε το «έλλειμμα ευαισθησίας απέναντι στους νέους». «Δεν είναι αυτά τα νέα παιδιά που δημιουργούν το (δημοσιονομικό) έλλειμμα». Και καταλήγοντας σε μιαν έξαρση στρογγυλοποίησης: «Θα συμφωνήσω ότι κάποια στιγμή το πρόγραμμα των stage πρέπει να σταματήσει. Αλλά χωρίς θύματα»!

Συναντώνται εδώ διάφορα στερεότυπα γνωρίσματα του λαϊκισμού. Οι οξείς ηθικοί χαρακτηρισμοί («απίστευτη εκδικητικότητα»). Η καταδίκη των «αντιλαϊκών» προθέσεων και της κοινωνικής «αναλγησίας» του αντιπάλου. Η επιπόλαιη σχετικοποίηση («τόσες δαπάνες προκαλούν το έλλειμμα, τα stage σας έφταιξαν...»;). Η ρητορική της «θυματοποίησης», η αφόρητη κολακεία των νέων, σαν να μην πρόκειται για ενηλίκους που ενσυνείδητα επέλεξαν την ευκολότερη οδό προς το Δημόσιο. Ο προστατευτικός, πατερναλιστικός λόγος. Η περιφρόνηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας («δεν μειώνονται έτσι τα δημόσια ελλείμματα»). Ή ο μεταμοντέρνος λαϊκισμός, ως μια ωραιοποιημένη εκδοχή διακυβέρνησης, στην οποία μπορούμε να έχουμε τις μεταρρυθμίσεις μας και κανείς να μην ξεβολεύεται, και να είναι όλοι ευχαριστημένοι – το είδος δηλαδή της κενής πολιτικού περιεχομένου ωραιολογίας που με συνέπεια υπηρέτησε ο πρώην υπουργός Υγείας.

Ο λαϊκισμός ζημιώνει το δημόσιο συμφέρον, όμως ο λαϊκιστικός λόγος δεν είναι κυνικός και αμοράλ όπως θα του άρμοζε. Αντίθετα, αμπαλάρεται σε τρυφερές κοινοτοπίες, απευθύνεται στην ηθική του «φίλου», του «αδικημένου αγωνιστή της παράταξης», του «νέου παιδιού», του «θύματος» – του «μη προνομιούχου», όπως έλεγε κάποτε ο πρώτος διδάξας Ανδρέας Παπανδρέου. Επικαλείται την ηθική μιας ζεστής κοινότητας φροντίδας και αλληλεγγύης, που συμπαθείς ευκολότερα από την ψυχρή λογική ενός θεσμοκρατούμενου κράτους δικαίου. Υπομιμνήσκει τη φιλόξενη θαλπωρή του πολιτικού γραφείου απέναντι στην απάνθρωπα σκληρή διαδικασία εισαγωγής στο Δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ. Παραπέμπει σε μια αποζημιωτική, επανορθωτική δικαιοσύνη «για τα δικά μας τα παιδιά...», που μιλάει στον απλό άνθρωπο αμεσότερα από την απρόσωπη δικαιοσύνη της αμερόληπτης αξιοκρατίας. Γι’ αυτό ο λαϊκιστικός λόγος χαϊδεύει κατεξοχήν τους κομματικούς πελάτες και οπαδούς. Η επιμέρους φροντίδα για τον «φίλο» εκτοπίζει τον καθολικό σεβασμό στον πολίτη.

Θα είμαστε εδώ για να δούμε εάν τους γαλάζιους stagers θα αντικαταστήσουν μελλοντικοί πράσινοι συμβασιούχοι. Ομως, μια ενδιαφέρουσα ειρωνεία παραμένει: Σε μια νέα περίοδο φιλόδοξης διακυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, μια «καραμανλική» Ν. Δ. δείχνει να αναζητεί έμπνευση όχι στη δωρική αυστηρότητα του ιδρυτή της, αλλά στη λαϊκιστική παράδοση του πρώιμου ΠΑΣΟΚ...

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_01/11/2009_335581

21 Οκτ 2009

Η ευθύνη του κ. Αλμούνια

* Η περίφημη “απογραφή” με τα απίστευτα μαγειρέματα των δημοσίων οικονομικών της χώρας αποτέλεσε τη βάση της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ αλλά και την αρχή της απαξίωσης μας διεθνώς. Το σημερινό «άρθρο ημέρας» επαναφέρει το ιστορικό και το όλο σκεπτικό της απόφασης αυτής τονίζοντας το ρόλο που έπαιξαν οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι. (stel)

Η ευθύνη του κ. Αλμούνια, του Αντώνη Καρακούση (στο ΒΗΜΑ)

O αρμόδιος επί της Οικονομίας επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ενωσης Ισπανός Χοακίν Αλμούνια είναι παλαιός μας γνώριμος και χειριστής των ελληνικών οικονομικών υποθέσεων από το 2004. Διαδέχθηκε στην Κομισιόν τον Πέδρο Σόλμπες, όταν εκείνος μετοίκησε στην Ισπανία προκειμένου να αναλάβει τη θέση του υπουργού Οικονομίας. Η τοποθέτησή του στην Κομισιόν σχεδόν συνέπεσε με την πολιτική αλλαγή του 2004 στην Ελλάδα και την ανάληψη διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία, η οποία είχε τη φαεινή ιδέα της περιβόητης δημοσιονομικής απογραφής. Ο κ. Αλμούνια υπήρξε χειριστής της απογραφής και εκείνος που τη νομιμοποίησε, αποδεχόμενος τις εισηγήσεις ενός δογματικού γερμανού γενικού διευθυντή της DG2, που έφερε το όνομα Κλάους Ρέγκλινγκ και ετύγχανε να είναι φίλος του νέου τότε υπουργού Οικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφη. Ο κ. Ρέγκλινγκ, που πολλές φορές μετά το 2004 βρέθηκε στην Αθήνα φιλοξενούμενος του κ. Αλογοσκούφη, ήταν αυτός που επέμεινε και έπεισε τον κ. Αλμούνια να αλλάξει, κατά παράβαση των κανόνων της Εurostat, ο τρόπος καταγραφής των αμυντικών δαπανών.

Αποδέχθηκε σε εκείνη τη συγκυρία η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία ότι οι αμυντικές δαπάνες έπρεπε να καταγράφονται στον χρόνο παραγγελίας των όπλων και όχι κατά την παραλαβή τους. Εκτινάχθηκε τότε το έλλειμμα του 2004 στο 7,4% του ΑΕΠ και κάπως έτσι η χώρα μας ενετάχθη σε καθεστώς διετούς επιτήρησης και ο κ. Καραμανλής ηγεμόνευσε πολιτικά, χτίζοντας το επιχείρημα ότι παρέλαβε κατεστραμμένη οικονομία από τον κ. Σημίτη.

Παρά τις διαμαρτυρίες των οικονομολόγων που είχαν χειρισθεί τις δημοσιονομικές υποθέσεις της χώρας, οι κκ. Αλμούνια και Ρέγκλινγκ δεν πτοήθηκαν. Οι κκ. Γιάννης Στουρνάρας, Βασίλης Ράπανος και Νίκος Καραβίτης απέστειλαν επιστολή διαμαρτυρίας προς τον κ. Ρέγκλινγκ, αλλά απάντηση επί της ουσίας δεν έλαβαν. Ηταν ο δογματισμός του γερμανού διευθυντή μέγας και η πολιτική στόχευση ευθεία, που δεν επέτρεπε άλλες προσεγγίσεις.

Η χώρα διεσύρθη από τον ευρωπαϊκό και διεθνή Τύπο, αμφισβητήθηκε κατά τρόπο σκαιότατο η ένταξη στην ευρωζώνη και ο κ. Αλμούνια έχτισε καριέρα στις Βρυξέλλες εμφανιζόμενος ως προστάτης-άγγελος της δημοσιονομικής σταθερότητας. Ομως καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια. Γρήγορα η Εurostat αναγκάστηκε να αναιρέσει την απόφασή της, επαναφέροντας τον προηγούμενο τρόπο καταγραφής των αμυντικών δαπανών και αποδεχόμενη ότι είναι ορθότερο να υπολογίζονται κατά τον χρόνο παραλαβής των οπλικών συστημάτων. Επιπλέον, προϊόντος του χρόνου, ο κ. Αλμούνια προδόθηκε από τους προστατευομένους του και εξετέθη ανεπανόρθωτα. Οι κκ. Καραμανλής και Αλογοσκούφης δεν τήρησαν τις δεσμεύσεις τους. Ουδέποτε ασχολήθηκαν επισταμένως με τα δημόσια οικονομικά.

Το έλλειμμα χρόνο με τον χρόνο ξεχείλωνε, ο κ. Αλμούνια τους κάλυπτε, το 2007 μάλιστα τους προσέφερε την έξοδο από την επιτήρηση και δύο χρόνια μετά παρέλαβε έλλειμμα 12,5% του ΑΕΠ. Και χθες αυτός ο γίγαντας της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, που το 2008 εξεπλάγη από τη μεγάλη κρίση και κρυβόταν επί μήνες, το έπαιζε αυστηρός και απαιτητικός. Φέρει ευθύνες ο κ. Αλμούνια, είναι συνυπεύθυνος για την κατάντια των ελληνικών δημοσίων οικονομικών και ουσιαστικά δεν δικαιούται διά να ομιλεί.

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artId=295121&dt=21/10/2009

6 Οκτ 2009

Μια χαμένη ευκαιρία

* Κι ενώ στη ΝΔ άρχισαν να αλληλοσφάζονται, το σημερινό «άρθρο ημέρας» αποτελεί τον ιδανικό - και πέρα για πέρα νηφάλιο - επίλογο μιας τόσο κακής κυβέρνησης. Να ζήσουμε να (μην) τη θυμόμαστε... (stel)

Μια χαμένη ευκαιρία, τoυ Πάσχου Mανδραβέλη (στην Καθημερινή)

Τον Μάιο του 2004, δύο μήνες μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές, ο κ. Ταγίπ Ερντογάν επισκέφθηκε τη Δυτική Θράκη. Μια τέτοια επίσκεψη, τρία ή τέσσερα χρόνια πριν από το 2004, θα εθεωρείτο «πρόκληση». Τούρκος πρωθυπουργός με την κουστωδία του σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή, όταν μάλιστα η κυβέρνησή του δηλώνει ότι εκεί «υπάρχει τουρκική μειονότητα»; Είναι σίγουρο ότι αν η κυβέρνηση Σημίτη επέτρεπε κάτι τέτοιο θα χαρακτηριζόταν «προδοτική». Κάποιοι θα φώναζαν «στο Γουδί», όπως δυστυχώς ακούστηκε μέσα στη Βουλή κατά την κρίση στα Ίμια. Τα επιχειρήματα θα ήταν ότι η Τουρκία έχει στρατό στην Κύπρο, βλέψεις στο Αιγαίο, απαγορεύει την Οικουμενικότητα του Πατριαρχείου· αφήστε δε το γεγονός ότι δεν αναγνωρίζει τη «γενοκτονία των Ποντίων». Και όμως! Δεν κουνήθηκε φύλλο. Ακόμη και κάποιες λογικές για τη διπλωματία αιτιάσεις του ΠΑΣΟΚ, π. χ. να ανοίξει ως αντάλλαγμα η γραμμή Λέσβου-Ιμβρου, θεωρήθηκαν περίπου εθνικιστική έξαρση. Η Ελλάδα είχε γυρίσει σελίδα. Ιδεολογικά...

Η μεγαλύτερη συνεισφορά της διακυβέρνησης Σημίτη στον τόπο δεν ήταν ούτε η ΟΝΕ ούτε τα μεγάλα έργα. Ήταν η μετατόπιση του ιδεολογικού άξονα της χώρας επί το ορθολογικότερο. Όχι μόνο στα εθνικά (ας μην ξεχνάμε ότι το 1996 κυριαρχούσε το δόγμα «δεν συζητάμε διότι δεν έχουμε τίποτε να διαπραγματευτούμε»), αλλά παντού: στην οικονομία, στους θεσμούς, στην κοινωνία. Κάθε μεταρρύθμιση, ακόμη και ελλιπής, ήταν ταυτόχρονα μια μεγάλη ιδεολογική μάχη. Δεν μιλάμε μόνο για τις αποκρατικοποιήσεις (ποιος θυμάται τη μεγάλη σύγκρουση για την ιδιωτικοποίηση της Ιονικής Τράπεζας;) ούτε για την Παιδεία (ποιος θυμάται τις μάχες έξω από τα σχολεία για την κατάργηση της επετηρίδας;). Ιδεολογική σύγκρουση υπήρξε ακόμη και για τα αυτονόητα: μέχρι και για την εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη», οργάνωσης που κατηγορούνταν για 27 δολοφονίες.

Η σύγκρουση αυτή ήταν πολυμέτωπη. Δεν ήταν μόνο ο διεκδικητής του θρόνου -δηλαδή η Ν. Δ. - που αντιπαρατέθηκε σε κάθε βήμα. Απέναντι βρισκόταν και η έξαλλη Αριστερά, η οποία θεωρούσε και θεωρεί κάθε αναχρονισμό κατάκτηση της ελληνικής κοινωνίας. Το τρίτο μέτωπο της κυβέρνησης Σημίτη ήταν στα μετόπισθεν. Μεγάλο κομμάτι του ΠΑΣΟΚ ασπαζόταν όχι μόνο τη ρητορεία της έξαλλης Αριστεράς, αλλά και της εθνικιστικής Δεξιάς.

Παρά τον τριμέτωπο αυτόν αγώνα κάποια πράγματα όχι μόνο προχώρησαν, αλλά πέτυχαν. Και αυτή η επιτυχία συνετέλεσε τα μάλα στη μετατόπιση του ιδεολογικού άξονα της χώρας. Το ότι δεν κουνήθηκε φύλλο κατά την επίσκεψη του κ. Ερντογάν στη Θράκη οφειλόταν στο γεγονός ότι το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ έδωσε τη μάχη κατά του απερίσκεπτου εθνικισμού (που φώλιαζε και μέσα στο κόμμα του) και του διακομματικού αλαλάζοντος αντιτουρκισμού και την κέρδισε.

Το 2004, παρά τα δείγματα γραφής στην αντιπολίτευση (π. χ. αλαλάζων λαϊκισμός, απουσία συγκροτημένου σχεδίου, ηθικολογική προσέγγιση των παθογενειών κ. λπ.), υπήρχαν πολλές ελπίδες για τη νέα διακυβέρνηση. Έτσι κι αλλιώς, έμπαινε σε στρωμένο γήπεδο. Δεν είχε να αντιπαρατεθεί στα σκληρά δόγματα της ελληνικής κοινωνίας. Αυτά είχαν μαλακώσει από την προηγούμενη διακυβέρνηση. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να τολμήσει εκεί που δεν τόλμησε ή δεν μπόρεσε λόγω του τριμέτωπου αγώνα -και κυρίως: λόγω ΠΑΣΟΚ- ο κ. Σημίτης. Αυτό δεν αποτελούσε ευσεβή πόθο μόνο κάποιων διανοουμένων ή μελών της ελίτ. Ηταν κοινή η πεποίθηση του λαού: «είναι καλός ο Σημίτης, βρε παιδάκι μου, αλλά κουβαλάει κι αυτό το ΠΑΣΟΚ...».

Η διακυβέρνηση κλώτσησε τη χρυσή ευκαιρία. Αντί να παραλάβει τη σκυτάλη του εκσυγχρονισμού, που άφησε λόγω των εσωτερικών του αντιφάσεων το ΠΑΣΟΚ, φρέναρε και άρχισε να τραβάει τη χώρα προς τα πίσω. Αυτό δεν έχει να κάνει με τις προθέσεις του κ. Καραμανλή. Περισσότερο είχε να κάνει με έναν κομματικό μηχανισμό που κρεμάστηκε πάνω του περιμένοντας να εκπορθήσει το κράτος. Δεν επεξεργάστηκε πολιτικές θέσεις, δεν πρόταξε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, δεν έφτιαξε ένα όραμα για την επόμενη μέρα. Απλώς θεώρησε το 2004 σαν το αποφασιστικό «γιούργια στον ταβά με τα κουλούρια». Και το έκανε σπαταλώντας μια ιστορική ευκαιρία και για την κεντροδεξιά και για τη χώρα...

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_297_04/10/2009_331907

6 Σεπ 2009

«Ρε μάνα, αυτός πάει για εκλογές!»

του Γιάννη Παρασκευόπουλου (στην Ελευθεροτυπία)

* Η απόφαση του Καραμανλή να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές εξακολουθεί να μονοπωλεί το ενδιαφέρον αυτές τις πρώτες μέρες της προεκλογικής περιόδου και να προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα. Απογοήτευση και οργή για τους οπαδούς της ΝΔ που δικαίως θεωρούν ότι η εξουσία παραδίδεται αμαχητί στο ΠΑΣΟΚ μια ώρα αρχύτερα και απορία και χλευασμό για τους υπολοίπους που προσπαθούν να ερμηνεύσουν την κενή σοβαρών επιχειρημάτων επιλογή του πρωθυπουργού. Το σίγουρο είναι ότι για πρώτη φορά μία κυβέρνηση προσφεύγει, χωρίς να εκβιαστεί, σε μία τόσο πρόωρη προσφυγή στις κάλπες ενώ γνωρίζει ότι θα τις χάσει. Τίποτε άλλο όμως από μία τακτικίστικη και ωφελιμιστική επιλογή δεν θα έπρεπε να περιμένει κανείς από μία κυβέρνηση που καθόλη τη διάρκεια της θητείας της στηρίχτηκε αποκλειστικά σε επικοινωνιακά τερτίπια και ελιγμούς για να μπαλώνει αφενός την ανυπαρξία ουσιαστικού έργου και αφετέρου τις αμέτρητες περιπτώσεις δικών της σκανδάλων και τρανταχτών ανεπαρκειών. (stel)

Τι έπαθε ο άνθρωπος και εξαγγέλλει εκλογές, εκτός πια και αν το κάνει για να τρομάξει τους πολιτικούς αντιπάλους και να προκαλέσει το επιφώνημα του τίτλου.

Δύο εξηγήσεις βγήκαν από τα πρωθυπουργικά χείλη: ότι ζητά ανανεωμένη εντολή για να αντιμετωπίσει τη δύσκολη οικονομική κατάσταση. Και ότι δεν θα αφήσει το ΠΑΣΟΚ να σύρει τη χώρα σε παρατεταμένο προεκλογικό κλίμα, αφού εκείνο είχε προαναγγείλει τις δικές του εκλογές τον Μάρτιο, προεξοφλώντας την καταψήφιση Παπούλια.

Γιατί, όμως, ο πρωθυπουργός χρειάζεται ανανέωση της εντολής που ήδη έχει; Με την παλιά, αλλά και τόσο νωπή ακόμη, δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά του; Τι δυνατότητες για δράση θα του έδινε η νέα εντολή που δεν του επιτρέπει η παλαιότερη;

Οσο δε για το παρατεταμένο προεκλογικό κλίμα, αν για αυτό ευθύνονται τα στελέχη της κυβέρνησης, τότε υποχρέωση του πρωθυπουργού είναι να τα τιθασεύσει και αν υπεύθυνη είναι η Αξιωματική Αντιπολίτευση, τότε υποχρέωσή του είναι να την εκθέσει. Ούτως ή άλλως, το φάρμακο στην εκλογολογία δεν είναι οι εκλογές αλλά η πολιτική. Αυτή όμως απουσιάζει από τη διακυβέρνηση και πάνω στο πολιτικό κενό στήνεται το εκλογικό γαϊτανάκι.

Αλλά και τακτικά να διαβάσει κάποιος την πρωθυπουργική κίνηση, αυτή αντιστέκεται τόσο στην ανάγνωση όσο και στην κατανόηση. Τι καλύτερο αβαντάζ για τον Κ. Καραμανλή από το να αναγκάσει τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ να εφαρμόσει όσα ιλαρά προανήγγειλε; Να καταψηφίσει, δηλαδή, 3 φορές τον «δικό του άνθρωπο» για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αντιπολίτευση, για να τον υπερψηφίσει αργότερα, ως κυβέρνηση. Χώρια που θα έμενε στον Καραμανλή μισός χρόνος να προβεί σε φιλολαϊκά τερτίπια, μιας και είπαμε ότι η πολιτική, ούτως ή άλλως, μας τελείωσε. Τι τον πείραζε τον πρωθυπουργό να περιμένει μερικά μηνάκια; Τι φοβήθηκε, την πλήρη κατάρρευση της οικονομίας; Μα αν είναι η οικονομία της χώρας να καταρρεύσει στα χέρια του, τι σημασία έχει αν θα του απομένει διετής ή τετραετής θητεία να διανύσει;

Η άλλη τακτικίστικη εξυπνάδα που θα μπορούσε να κρύβεται πίσω από την πρωθυπουργική απόφαση είναι η θεωρία της πράσινης παρένθεσης, αντιστροφή της παλαιότερης πασοκικής παρηγορίας. Δηλαδή, ενεχειρίζω στο ΠΑΣΟΚ την καυτή πατάτα της οικονομίας και κατά τον Μάρτιο τα ξαναλέμε. Αυτό το φρούτο σκοντάφτει στη στοιχειώδη ψυχολογία του εκλογέα. Δεν αλλάζει ο άλλος ψήφο μέσα σε 5 μήνες, διότι όσο σωστό και αν του φαίνεται, του φαίνεται χειρότερο να παραδεχτεί τόσο νωρίς ότι πιάστηκε μαλάκας.

Υπάρχει και το σενάριο ότι ο Καραμανλής ποντάρει στην παρατεταμένη ακυβερνησία, ώστε να μοιραστεί τις ευθύνες της καλπάζουσας κρίσης, στο πλαίσιο συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. Ο Θεός και η ψυχή μας. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι εκτός από την κρίση στην οικονομία καλπάζει και η διανοητική κρίση στα κυβερνητικά μυαλά.

Δεν κολλάει το έργο ούτε πολιτικά ούτε τακτικά. Τότε το μόνο που μένει είναι να καταφύγει κάποιος στα διδάγματα της ψυχολογίας της κατάπτωσης ή της παθολογίας του πανικού.

3 Σεπ 2009

Δεσμεύσεις παρελθουσών χρήσεων...

του Θάνου Oικονομοπουλου (στην Καθημερινή)

* Εκλογές λοιπόν, και προς το παρόν, το μοναδικό θετικό που μπορώ να δω σε αυτές είναι ότι θα πάψει να είναι ο Καραμανλής πρωθυπουργός της χώρας... Δεν είναι και λίγο... (stel - το σκίτσο είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη, επίσης από την Καθημερινή).

H συνοπτική λεζάντα του τηλεοπτικού πλάνου του πρωθυπουργού χθες το βράδυ θα μπορούσε κάλλιστα να είναι «ψηφίστε με, να κάνω ό,τι σας είχα υποσχεθεί... πριν από τις εκλογές του 2004»! Γιατί, ο κ. Καραμανλής και η κυβερνώσα Ν.Δ. δεν έκαναν χθες την... πρεμιέρα τους. Εχουν την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας τα τελευταία πεντέμισι χρόνια και μάλιστα με (σχετικά) νωπή εντολή συνέχισης της προσπάθειάς τους πριν από ακριβώς δύο χρόνια. Εκανε την αυτοκριτική του, θα πουν – μα φυσικά. Πώς είναι δυνατόν ένας πρωθυπουργός που προσφεύγει σε πρόωρες εκλογές, για να κάνει... όσα είχε επαγγελθεί, που αποφεύγει (άσχετα με το βαθύτερο «γιατί») να χρησιμοποιήσει τον χρόνο που του απομένει (και έξι μήνες στην πολιτική είναι αρκετός χρόνος...) για να κάνει έργο, να μην υποχρεωθεί, έστω για επικοινωνιακούς λόγους, να κάνει κάποιου είδους αυτοκριτική;

Ο κ. Καραμανλής είπε στον ελληνικό λαό πως καταφεύγει σε εκλογές για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις, τρεις πιεστικές προτεραιότητες: το νοικοκύρεμα του κράτους και τον έλεγχο των δαπανών, την πάταξη της φοροδιαφυγής και την προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών, που θα ενισχύσουν τα θεμέλια της οικονομίας. Και όλα τούτα επειδή βασικά «φταίει το ΠΑΣΟΚ», αλλά και λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε (πριν από δύο χρόνια, πάντως, λίγο μετά την επανεκλογή της Ν.Δ. στην εξουσία...) και επιδείνωσε την κατάσταση της εθνικής οικονομίας.

Με το συμπάθιο, αλλά τον έλεγχο των δαπανών και το νοικοκύρεμα του κράτους (και μάλιστα στον υψηλότερο δυνατό βαθμό, σε αυτόν της... «επανίδρυσης»!) δεν είχε δεσμευτικά υποσχεθεί τόσο προεκλογικά (το 2004) όσο και με τις προγραμματικές του δηλώσεις ενώπιον της Βουλής; Δεν είχε, επίσης, τεθεί ως «στόχος υψίστης σημασίας» η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής (και πριν και... μετά τη διάλυση του ΣΔΟΕ, και ό,τι αυτή επέφερε...); Οσο για την «ενίσχυση των θεμελίων της οικονομίας» με τις περιβόητες και χιλιοεξαγγελθείσες «διαρθρωτικές αλλαγές», περιττεύει κάθε αναφορά. Νωπές οι μνήμες και τα «βολέματα» της έρμης «ήπιας προσαρμογής», δηλαδή με άλλα λόγια του «βλέποντας και κάνοντας» ανάλογα με τις αντιδράσεις...

Ολοι θυμούνται (άλλωστε δύο χρόνια έχουν μόνο περάσει) ότι η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, τον Σεπτέμβρη του 2007, έγινε για το «σοβαρό εθνικό ζήτημα» να... συνταχθεί ο προϋπολογισμός του επόμενου έτους, επειδή (από τότε...) η κατάσταση και οι παράμετροι της εθνικής οικονομίας ήταν προβληματικές. Δύο χρόνια μετά, η ίδια περίπου επίκληση μοιάζει πολύ λίγο πειστική, ιδίως μάλιστα αν συνυπολογίσει κανείς ότι από τις πρώτες κιόλας προεκλογικές μέρες του 2008, ο (τότε) υπεύθυνος υπουργός Οικονομίας διαπίστωνε «σεμνά και ταπεινά» πως «τα δημόσια έσοδα έχουν πιάσει πάτο», παρά τις... παράλληλες διαβεβαιώσεις του (όταν ήδη είχαν φανεί τα πρώτα κύματα της παγκόσμιας κρίσης) ότι «η ελληνική οικονομία είναι θωρακισμένη και θα αντέξει...»!

Το επιχείρημα του κ. Καραμανλή ότι τις πρόωρες εκλογές στην ουσία τις προκαλεί το ΠΑΣΟΚ, με τη θέση του να μη συναινέσει στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, έχει βάση σε κάποιο βαθμό. Μόνο που η θέση αυτή του ΠΑΣΟΚ έχει διατυπωθεί με σαφήνεια και δεσμευτικότητα από την επομένη των ευρωεκλογών, πριν δηλαδή από τρεις μήνες. Αν, λοιπόν, ο πρωθυπουργός έκρινε ότι το διάστημα μέχρι τον Μάρτιο του 2010 δεν (του) επαρκούσε για να επιχειρήσει την ανασυγκρότηση της οικονομίας, την πραγματοποίηση των («εκ μεταφοράς»...) διαρθρωτικών αλλαγών, τη λήψη των «αναγκαίων αλλά και δυσάρεστων» μέτρων, γιατί δεν είχε προχωρήσει τότε στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών, για να αποφύγουμε και την «εκλογολογία» των τελευταίων μηνών, που (κατά ομολογία του ίδιου...) βλάπτει την οικονομία;

Αφήστε, δηλαδή, που 8 μήνες στην πολιτική (από τον Ιούνιο του ’09, μέχρι τον Μάρτιο του ’10) είναι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, που επιτρέπει πολύ άνετα τη δρομολόγηση (έστω) γενναίων και ριζοσπαστικών πολιτικών – αν υποτεθεί πως ένας υπεύθυνος πολιτικός αρχηγός είναι αποφασισμένος να τις εφαρμόσει για το (έρμο!) «εθνικό συμφέρον», αδιαφορώντας για το πολιτικό κόστος. (Κάτι που θα μπορούσε να κάνει ο κ. Καραμανλής και να το... επικαλεσθεί ως επιχείρημα, ζητώντας την κατάλληλη στιγμή την επανεκλογή του – με σημαντικές πιθανότητες επιτυχίας, μάλιστα!).

Με την επιλογή (και το σκεπτικό που ανέφερε...) των πρόωρων εκλογών, και μάλιστα ύστερα από μια τόσο παρατεταμένη και «κουραστική» διαδικασία, ο κ. Καραμανλής είναι σαν να λέει στον ελληνικό λαό «ξέρω τι πρέπει να γίνει» (αυτό που ήξερε και πριν από 5,5 χρόνια...), μόνο που «δεν μπορώ να το κάνω, γι’ αυτό ας πάμε σε εκλογές και βλέπουμε...». Ζητώντας γενικώς και αορίστως «ξεκαθάρισμα του πολιτικού τοπίου» (δύο χρόνια μετά τις τελευταίες εκλογές...) και καλώντας τους πολίτες «να επιλέξουν ποιον πρωθυπουργό θέλουν». Πρωθυπουργό, όχι πολιτικές και προγράμματα...

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_115_03/09/2009_327822

13 Ιουν 2009

Η καρατζαφεροποίηση του Καραμανλή

του Φοίβου Καρζή από το blog «Ο Σφυγμός της Μέρας»

* Ο μεγάλος κερδισμένος των ευρωεκλογών, δεν είναι άλλος από τον Καρατζαφέρη... Ακόμα πιο ανησυχητική από την άνοδο του ποσοστού του κόμματος του, ήταν η άμεση υιοθέτηση της ατζέντας και των απόψεων του από την κυβέρνηση της ΝΔ που στόχο έχει φυσικά να ρουφήξει αυτούς που βλέπει ότι χάνει από τα δεξιά της. Τους άλλους του «μεσαίου» χώρου, το ξέρει άλλωστε ότι, τους έχει χάσει για τα καλά. (stel)

Πέμπτη 11 Ιουνίου – και μωραίνει Κύριος ον βούλεται απελάσαι. Στην επιχείρηση δίνεται σήμερα όνομα σήριαλ: «νόμος και τάξη». Λάθος! Το σωστό κωδικό όνομα θα έπρεπε να είναι «επιχείρηση Πολύφημος».

Διότι περί αυτού πρόκειται. Κάθε σκληρή μεταναστευτική πολιτική είναι μονόφθαλμη. Κοιτάζει τις ανάγκες της κοινωνίας υποδοχής και όχι τις ανάγκες του δυστυχισμένου ανθρώπου που γεννήθηκε σε λάθος τόπο και ψάχνει στον ήλιο μοίρα. Είναι σκληρό, αλλά είναι αληθινό – και είναι μέσα στη λογική και το πλαίσιο του κόσμου όπου ζούμε. Αλλά αυτό που συμβαίνει δεν είναι μονόφθαλμο. Είναι εντελώς τυφλό. Το τύφλωσε το εκλογικό αποτέλεσμα, που έγινε κάρφος στον οφθαλμό της κυβέρνησης. Και έτσι, Πολύφημος. Ένας πανίσχυρος, γιατί το κράτος παραμένει πανίσχυρο, τυφλός. Απλώνει το χέρι του και αρπάζει. Σήμερα 55 Πακιστανοί, που τους κάναμε νύχτα φορτωτική σε ένα αεροπλάνο και τους ξαποστείλαμε για να έχουμε να λέμε. Γιατί αυτοί; Γιατί τόσοι; Γιατί χθες; Γιατί η συγκεκριμένη εθνικότητα; Τι άλλο εκτός από ένα μάτσο λαθραίους σε ένα τσάρτερ; Η απάντηση είναι μία. Επειδή Καρατζαφέρης.

Γιατί κανείς προφανώς, όσο ανόητος, όσο φανατικός, όσο πιεσμένος κι αν είναι, δεν πιστεύει πως μια νυχτερινή απέλαση των 55 πρώτων που βρέθηκαν πρόχειροι έχει κάποιο νόημα πέρα από αυτό που αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση ως δυνατότητα επικοινωνιακής αντεπίθεσης μετά το εκλογικό ναυάγιο. Μια εφημερίδα, νομίζω η Αυγή, είχε χτες τίτλο «ο Καραμανλής ντύνεται Σαρκοζί». Είναι σαν μια τυπική Ελληνίδα πενηντάρα να εμφανιστεί στο Ντιορ και να προβάρει μια κόπια του φορέματος που έχει παραγγείλει η Κάρλα Μπρούνι.

Πρώτα από όλα, μια μεγάλη, και στη δημοκρατία γιγαντιαία, διαφορά. Ο Σαρκοζί είχε αυτή την πολιτική προεκλογικά. Το είπε – και αφού τον ψήφισαν το έκανε. Εδώ η λογική είναι «κάνε κάτι», «κάνε ό,τι να’ναι», επειδή δεν τον ψήφισαν. Στα προάστια του Παρισιού πήγε ο ίδιος. Μίλησε με τους μετανάστες και τα παιδιά τους, που είχαν βγει στους δρόμους. Τους υποσχέθηκε δουλειές. Τους υποσχέθηκε επενδύσεις στις υποβαθμισμένες περιοχές. Και τους απείλησε για τις ταραχές. Αυτό είναι «νόμος και τάξη». Μπορεί κανείς να συμφωνεί, μπορεί κανείς να διαφωνεί, αλλά είναι μια πολιτική επιλογή. Κι ακόμη είναι νωρίς για να κρίνει κανείς εάν η υιοθέτηση τέτοιων προτεραιοτήτων και τέτοιων πρακτικών απλώς στερεί την ακροδεξιά από την ατζέντα της, όπως όντως συνέβη με το ξεφούσκωμα του Λεπέν στις κάλπες, ή εάν μετατρέπει τα συντηρητικά κόμματα σε κρυπτο-ακροδεξιά κόμματα, αν δηλαδή η ακροδεξιά χάνει στην κάλπη και κερδίζει στην πολιτική.

Εδώ δεν χρειάζεται να έχουμε τέτοιες ανησυχίες. Δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Αυτό που αναζητείται είναι ένα επιχείρημα για να έχει το μεσημέρι ο κ. Αντώναρος και το βράδυ οι υπουργοβουλευτές στα πάνελ της τηλεόρασης. Να μην κάνουν πάρτυ οι Πλεύρηδες, οι Βορίδηδες και οι Βελόπουλοι. Αλλά χωρίς πολιτική και με την αγωνία του ΛΑΟΣ, με σύμβουλο τον πανικό μπροστά στην εκλογική αποσάθρωση και την πολιτική πλαγιοκόπηση, αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι η συγκρότηση μεταναστευτικής πολιτικής. Είναι η καρατζαφεροποίηση του Καραμανλή.

9 Ιουν 2009

Πανηγυρίζοντας για το εικονικό

του Πάσχου Μανδραβέλη (στην Καθημερινή)

* Η αποτίμηση των αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από το μεγάλο ηττημένο, την κυβέρνηση. Δεν είναι τόσο το χαμηλό ποσοστό που πήρε, όσο η συνολική προσπάθεια αφελούς διαστρέβλωσης και επικοινωνιακής διαχείρισης του. Η πλήρης και αδικαιολόγητη οικειοποίηση της αποχής, τα στημένα πανηγύρια των ΟΝΝΕΔιτών, η ηθελημένα καθυστερημένη ροή των αποτελεσμάτων από το Υπουργείο Εσωτερικών και οι σοβαροφανείς ερμηνείες του αποτελέσματος, μαρτυρούν όχι ότι η ΝΔ είναι μία κάκιστη κυβέρνηση, αλλά ότι δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση να βελτιωθεί στους επόμενους (και τελευταίους...) μήνες διακυβέρνησης της... (stel)

Hταν περίεργο το βράδυ των εκλογών. Είχε ανατροπές και ανάμικτα συναισθήματα για όλους· κερδισμένους και χαμένους. Είχε τη μεγάλη αποχή και την προσπάθεια πολλών να τη διυλίσουν. Είχε τη διαφορά των μεγάλων κομμάτων να ανεβοκατεβαίνει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες: από 7% που έδιναν νωρίς οι δημοσκόποι μέχρι 2% που ως τα μεσάνυχτα έδινε το υπουργείο Εσωτερικών.

Το μεγαλύτερο ερώτημα της βραδιάς, όμως, ήταν ένα: οι νεολαίοι της Ν.Δ., γιατί πανηγύριζαν; Εντάξει! Ήταν ανακουφιστικό να βλέπεις το 7% που έδιναν οι δημοσκόποι να πέφτει στο 2%, που έδινε μέχρι τα μεσάνυχτα ο κ. Παυλόπουλος. Αλλά πάλι εικονική πραγματικότητα ήταν το ένα, εικονική και το άλλο. Όσο άξιζε η κατάθλιψη για το πρώτο, άλλο τόσο άξιζε η ευφορία για το δεύτερο. Διότι και -2% να ήταν η διαφορά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν +9% στις προηγούμενες ευρωεκλογές. Η ανατροπή των ένδεκα ποσοστιαίων μονάδων στον συσχετισμό των δύο κομμάτων, είναι αφετηρία περισυλλογής, όχι πανηγυρισμών. Είναι ευκαιρία να σκεφτεί κάποιος ότι κάτι δεν πάει καλά για να το διορθώσει, αντί να ανάβει φωτοβολίδες.

Το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας είναι ότι προσπάθησε να διαχειριστεί και αυτές τις εκλογές με επικοινωνιακούς όρους. Ξεκίνησε από την εύκολη νίκη του κ. Καραμανλή επί του κ. Παπανδρέου, μετά αυτό έγινε «εντάξει! και 2% υπέρ του ΠΑΣΟΚ διαφορά δεν σημαίνει τίποτε», κατόπιν ο πήχυς ανέβηκε στο 3%, την τελευταία εβδομάδα κυβερνητικά στελέχη δήλωναν ότι «3-4% δεν αποτελεί πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία» και από σήμερα ακούμε «σιγά! Ούτε 5% δεν είναι η διαφορά». Η στάση αυτή μάλλον θυμίζει τον τύπο του γνωστού ανέκδοτου, ο οποίος έπεφτε από ένα ουρανοξύστη και σε κάθε όροφο έλεγε «μέχρις εδώ, πάμε μια χαρά».

Ένα άλλο ανέκδοτο που κυκλοφορούν τα κυβερνητικά στελέχη αφορά τη «δύσκολη συγκυρία». Όπως λένε χαρακτηριστικά: «σ’ αυτή την πιο δύσκολη στιγμή για την κυβέρνηση είναι θαύμα που η διαφορά είναι στο 2-3-4-5%» (διαλέγετε και παίρνετε, αναλόγως της ώρας και της ροής των πραγματικών αποτελεσμάτων που έδινε η Singular).

Εδώ υπάρχουν δύο ερωτήματα. Κατ’ αρχήν: πώς ξέρουν ότι αυτή είναι «η πιο δύσκολη ώρα»; Αύριο μπορεί να το σκάσουν και κάποιοι που ενέχονται στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου και η «πιο δύσκολη ώρα» να γίνει ακόμη δυσκολότερη. Δεύτερον: αυτή «η δύσκολη ώρα» δεν είναι εκ Θεού πορευόμενη. Έχει να κάνει με πράξεις ή παραλείψεις της κυβέρνησης. Δεν δημιουργήθηκε στο κενό από φυσικές και ανεξέλεγκτες δυνάμεις· έγινε δύσκολη διότι κάποιοι δεν έκαναν τη δουλειά τους. Αντί λοιπόν να πανηγυρίζουν τα κυβερνητικά στελέχη που η διαφορά είναι «μόλις 4,35%» μήπως πρέπει να βρουν τι δεν έκαναν καλά και το πλεονέκτημα των 9 μονάδων έγινε (έστω... πενιχρό) μειονέκτημα του 4,35%.

Η Νέα Δημοκρατία δεν έχει ελπίδα. Όχι γιατί έχασε με 4,35%, αλλά γιατί συνεχίζει να διαβάζει το ποσοστό με τον παλιό τρόπο, με τα γυαλιά της επικοινωνίας. Και αντί να διορθωθεί το χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει βραχύβιες εντυπώσεις. Έτσι, κατεβαίνοντας πιστοποιεί ότι ο καλύτερος δρόμος για τη συντριβή είναι το «μέχρις εδώ, καλά πάμε»...

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_45_09/06/2009_317893