* Δεν θα ισχυριστώ ότι η Ελλάδα είναι στόχος διεθνών συμφερόντων που θέλουν να πλήξουν την εθνική μας κυριαρχία, αλλά όταν έγκυρα και αξιόπιστα υποτίθεται διεθνή έντυπα παραποιούν την πραγματικότητα κατά τέτοιο τρόπο, καταλαβαίνει κανείς ότι η συζήτηση όσον αφορά στην οικονομία της χώρας έχει επικίνδυνα ξεφύγει... (stel)
Ο έγκυρος «Guardian» του Γιάννη Παντελάκη (στην Ελευθεροτυπία)
Το πρωτοσέλιδο του «Guardian» της περασμένης Παρασκευής φιλοξενούσε μια φωτογραφία από το λιμάνι της Μυκόνου και έγραφε πως η Ελλάδα πουλάει τα νησιά της για να ξεπληρώσει το δημόσιο χρέος της.
Τις ίδιες ώρες που κυκλοφορούσε η βρετανική εφημερίδα, ο πρωθυπουργός απαντούσε σε ερώτηση στη Βουλή και διαβεβαίωνε πως δεν πρόκεται να πουληθεί κανένα νησί, ούτε η... Ακρόπολη, όπως έσπευσαν κάποια άλλα μεγάλα έντυπα του εξωτερικού να δημοσιεύσουν λίγες εβδομάδες πριν. Το ρεπορτάζ τού υποτίθεται έγκυρου «Guardian» παρέπεμπε σε πώληση ελληνικών νησιών, γεγονός πραγματικό, μόνο που η πώληση που επικαλούνταν δεν αφορούσε νησιά που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά σε ιδιώτες. Και ως γνωστόν, αν ένας ιδιώτης πουλήσει ένα νησί που του ανήκει, το αντίτιμο θα οδηγηθεί στον τραπεζικό του λογαριασμό και όχι σ' εκείνον του δημόσιου λογιστηρίου. Με άλλα λόγια, η δήθεν έγκυρη εφημερίδα με εκατομμύρια αναγνώστες, παραποίησε την αλήθεια και παραπληροφόρησε όσους την ξεφύλλισαν ή ακόμα είδαν την εντυπωσιακή «είδηση» της πρώτης σελίδας. Αν η συνήθως έγκυρη βρετανική εφημερίδα δημοσιοποιεί τέτοιου είδους «ειδήσεις», καταλαβαίνει κάποιος τη σοβαρότητα άλλων, συνήθως λαϊκίστικων εντύπων ευρωπαϊκών χωρών, τα οποία επιτίθενται στη χώρα μας με σφοδρότητα εδώ και αρκετούς μήνες. Η κυβέρνηση, μέσω του εκπροσώπου της, έστειλε οργισμένη απάντηση στην εφημερίδα, η οποία αν δεν δημοσιεύτηκε ήδη, προφανώς θα δημοσιευτεί τις επόμενες ημέρες, ωστόσο όσοι είδαν μόνο εκείνο το πρωτοσέλιδο θα έμειναν με λάθος εντύπωση. Αξιοσημείωτο το περιστατικό και για την αξιοπιστία μεγάλων εντύπων και για την αδυναμία της χώρας σε επικοινωνιακό επίπεδο...
* Η τεράστια διαφθορά, ο υπερμεγέθης, αναποτελεσματικός και σπάταλος δημόσιος τομέας καθώς και η εκτεταμένη φοροδιαφυγή είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα εδώ και δεκαετίες. Και για αυτά, δυστυχώς, δεν άκουσα τίποτα χθες όχι μόνο από τις εξαγγελίες της κυβέρνησης αλλά ούτε και από τις έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. (stel)
Η κατάστασή μαςτου Γρηγόρη Νικολόπουλου (στο ΒΗΜΑ)
Τώρα που μπορούμε να νιώσουμε μια σχετική ασφάλεια- λέω σχετική διότι ωσότου αρχίσει να ρέει το χρήμα από το ΔΝΤ και την ΕΕ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τίποτε, αφού θα αρχίσουν να ζητάνε λεφτά και οι υπόλοιποι «Νότιοι» και δεν ξέρουμε πόσο πρόθυμοι θα είναι σε λίγο οι «Βόρειοι» να τα δώσουν-, ας προσπαθήσουμε να δούμε μια ψύχραιμη εικόνα της κατάστασής μας.
Η Ελλάδα είναι μια πλούσια χώρα. Διαθέτει τεράστια ιδιωτική αποταμίευση 386 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία. Διαθέτει ανεκτίμητη ακίνητη περιουσία που μένει εντελώς αχρησιμοποίητη, διαθέτει ικανό εργατικό δυναμικό και ικανά μυαλά.
Δυστυχώς η χώρα μαστίζεται από τη διαφθορά. Η χώρα ελέγχεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από ένα σύστημα διαπλεκόμενων σχέσεων μεταξύ πολιτικών και επιχειρηματιών. Οι διαπλεκόμενοι εκμεταλλεύονται το δημόσιο χρήμα προς όφελός τους, στερώντας τη χώρα από επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως Υγεία, Παιδεία, κοινωνική ασφάλιση, πρόνοια και επενδύσεις υποδομών.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ξένων αναλυτώνπου κατά τη γνώμη μου είναι ιδιαίτερα μετριοπαθείς-, η διαφθορά κοστίζει στην ελληνική οικονομία 20 δισ. ευρώ τον χρόνο. Η παραοικονομία, σύμφωνα με αυθαίρετες εκτιμήσεις (ο καθένας κάνει τη δική του), ανέρχεται από το 30% ως το 100% του ΑΕΠ.
Η οικονομία στηρίζεται σε ασφυκτικό βαθμό στο κράτος. Το μέγεθος του δημοσίου τομέα είναι τεράστιο, η γραφειοκρατία εμποδίζει τα πάντα και επιβάλλει τη διαφθορά με τις μίζες και τα ρουσφέτια. Περισσότερο απ΄ όλα εμποδίζει την εξυγίανση του δημόσιου τομέα, αφού ζει και πλουτίζει από τη διαφθορά και το χάος. Ο ιδιωτικός τομέας είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κρατικοδίαιτος. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις στηρίζονται στις δημόσιες δαπάνες, ενώ οι εξαγωγικές επιχειρήσεις είναι ελάχιστες. Η ανταγωνιστικότητα της χώρας βρίσκεται στο ναδίρ και κατά συνέπεια χάνουμε κάθε χρόνο πολλά δισ. ευρώ λόγω των μεγάλων εισαγωγών και των μικρών εξαγωγών.
Χονδρικά αυτή είναι η κατάσταση μας.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μέτρα όπως αυτά που επιβάλλει το ΔΝΤ φέρνουν μεν αποτέλεσμα, όμως δεν λύνουν το πρόβλημα. Αν για παράδειγμα το Δημόσιο απολύσει 100.000 δημοσίους υπαλλήλους, θα απολύσει- όπως έχει σαφώς εννοηθείτους συμβασιούχους. Δηλαδή τους νεότερους, παραγωγικότερους και «αλάδωτους» υπαλλήλους. Θα διώξει λοιπόν αυτούς και θα κρατήσει τους μεγαλύτερους σε ηλικία, πιο διεφθαρμένους και λιγότερο παραγωγικούς υπαλλήλους. Περιορίζεται λοιπόν το κόστος του Δημοσίου, αλλά το ίδιο παραμένει αντιπαραγωγικό και διεφθαρμένο.
Αν αυξήσει τον ΦΠΑ στο 25%, τι θα κερδίσει; Ισως- αν δεν έχουμε μεγάλη ύφεση- να αυξήσει κάπως τα έσοδα. Από ποιους; Από αυτούς που αποδίδουν τον ΦΠΑ, δηλαδή τους τίμιους. Οσοι κλέβουν τον ΦΠΑ θα συνεχίσουν να τον κλέβουν. Συνεπώς το μέτρο που θα έπρεπε πρώτα να πάρει είναι μέτρο κατασταλτικού ελέγχου ώστε να εισπράττεται ο ΦΠΑ. Το ίδιο ισχύει για τους υπόλοιπους φόρους και τις εισφορές των Ταμείων.
Αν ο περιορισμός της δημόσιας δαπάνης εξαντληθεί στους μισθούς και στις συντάξεις, αυτό θα είναι καταστρεπτικό. Η σπατάλη του Δημοσίου κρύβεται σε άλλες δαπάνες κυρίως. Φυσικά και πρέπει να περιοριστεί το μέγεθος του δημόσιου τομέα, και οι υπερβολές σε επιδόματα και μισθούς, αλλά το μαχαίρι πρέπει να πέσει σε ένα πλήθος άλλων δαπανών που σήμερα δεν ελέγχονται.
Βεβαίως η συνταγή της ΕΕ και του ΔΝΤ θα είναι μια συνταγή σκληρή και επώδυνη για όλους. Αλλά τουλάχιστον ας φροντίσει η κυβέρνηση να εξυγιάνει τον ασθενή αντί να του κόψει το κεφάλι.
* Μια χαρά τα γράφει ο Καρζής. Το θέμα είναι σε ποιούς ακριβώς απευθύνεται; Ποιά είναι αυτή η Αριστερά που καλείται να κάνει πράξη αυτές τις θεωρητικές παραινέσεις; Ας μην ξεγελιόμαστε και ας μην ελπίζουμε μάταια. Η ελληνική αριστερά έχει καταρρεύσει περισσότερο και από την ελληνική οικονομία. Αυτά που ζητάει ο Καρζής θα γίνουν (αν γίνουν) από κόμματα, φορείς και προσωπικότητες που, μεταξύ άλλων, μπορεί να αυτοαποκαλούνται και Αριστεροί αλλά θα είναι σε πλαίσιο (ιδεολογικό και κομματικό) τελείως διαφορετικό από αυτό που ξέρουμε σήμερα. (stel)
Η Αριστερά της ευθύνης και η ευθύνη της Αριστεράς του Φοίβου Καρζή (στην ιστοσελίδα http://www.freecity.gr/)
Tι περιμένει τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους το ξέρουν πια όλοι. Τις κρίσεις τις πληρώνουν οι πιο αδύναμοι, οι πιο ευάλωτοι. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Αφού η εξυγίανση δεν έγινε σταδιακά και προληπτικά, αφού η εξυγίανση δεν έγινε με πρωτοβουλία της ελληνικής κοινωνίας, της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας -που θα είχε ασφαλώς περισσότερες κοινωνικές ευαισθησίες και περισσότερα περιθώρια χρόνου, αν αυτά είχαν ξεκινήσει εγκαίρως- αφού με χαρακτηριστική έλλειψη συναίσθησης προτιμήσαμε να φτάσουμε στο μη περαιτέρω, και τα μέτρα δεν τα καθορίζουμε εμείς, αλλά τα υπαγορεύουν εκείνοι που κρατάνε την τύχη της χώρας στα χέρια τους, που έχουν το χρήμα και τη μεζούρα, η αδικία θα είναι μεγαλύτερη.
Η εναλλακτική θα ήταν φυσικά η χρεωκοπία, η πτώχευση. Κανείς, φαντάζομαι, δεν αμφιβάλλει ότι η πτώχευση θα έφερνε κι αυτή μια κρίση. Και ποιός θα την πλήρωνε; Θα την πλήρωναν πάλι οι πιο ασθενείς και πιο ευάλωτοι. Θα την πλήρωναν πάλι οι μισθωτοί και συνταξιούχοι. Κι ακόμη χειρότερα, πολύ χειρότερα – όπως έγινε παντού όπου ήρθαν τέτοιες κρίσεις, και υποτιμήσεις του νομίσματος, που εξαφάνισαν περιουσίες και αποταμιεύσεις, που εξαθλίωσαν τα μεσαία και φτωχότερα στρώματα, όχι μέσα από μείωση αμοιβών και παροχών, αλλά με τον πολύ πιο σκληρό και οδυνηρό τρόπο της εξάτμισης της αγοραστικής δύναμης. Είναι άγριο, είναι σκληρό, είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό αυτή την πικρή ώρα. Αλλά είναι έτσι.
Δεν μπορώ να μιλήσω για τα μέτρα πριν δούμε το πακέτο. Άλλωστε δεν θα υπάρχει άλλο θέμα συζήτησης για τους επόμενους (ενδεχομένως πολλούς...) μήνες. Γι' αυτό έχει μια σημασία σήμερα, την παραμονή της έναρξης ενός μακρού Γολγοθά για τη χώρα, για όλη την ελληνική κοινωνία και προπάντων για τους αδύναμους, να δούμε τις πολιτικές παραμέτρους. Υπάρχει, για παράδειγμα, το ζήτημα της Αριστεράς.
Η Αριστερά σήμερα, κι ας μην ακουστεί παραδοξολογία, έχει μια μοναδική ευκαιρία. Η Αριστερά σήμερα έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει ο λόγος της πολιτική βαρύτητα και παρεμβατικότητα που ούτε είχε τα τελευταία χρόνια, ούτε είναι εύκολα προβλέψιμη για το ορατό μέλλον. Προφανώς αυτά τα μέτρα δεν είναι αριστερά. Είναι -με κλασικούς όρους- όσο πιο δεξιά γίνεται... Αλλά αναρωτιέμαι εάν έχουν σήμερα σημασία οι κλασικοί όροι και διαχωρισμοί, αν θα ήταν πιο “αριστερό” να εγκαταλείψει κανείς τη χώρα στην παρακμή και το λαό της σε μια παρατεταμένη διολίσθηση προς την εξαθλίωση και μάλιστα χωρίς ελπίδα ανάκαμψης.
Τι μπορεί να κάνει σήμερα η Αριστερά; Μπορεί να βγει στους δρόμους και στα κεραμίδια. Μπορεί ίσως να τα κάνει όλα κεραμιδαριό. Κανείς δεν θα έχει αντίρρηση για την πολιτική νομιμοποίηση μιας ακραίας αντίδρασης. Για απεργίες, για διαδηλώσεις, για προσπάθεια “ανατροπής στην πράξη” - όχι βέβαια για “ανυπακοή” στο νόμο και το Σύνταγμα, που νομίζω θα πρέπει να ξανασκεφθεί το ΚΚΕ, γιατί τις ώρες της έντασης λέγεται και μια κουβέντα παραπάνω... Μπορεί να το επιχειρήσει. Τα προηγούμενα δεν δικαιώνουν την επιλογή. Η τύχη της Αριστεράς στην Αργεντινή είναι ένα παράδειγμα που πρέπει να δει πριν αποφασίσει.
Ο δεύτερος δρόμος είναι η συμμετοχή στη διαχείριση. Κανείς δεν θα καταλογίσει στην Αριστερά σύμπραξη στις αποφάσεις. Άλλωστε δεν τις παίρνει ούτε η κυβέρνηση. Απλώς τις προσυπογράφει. Άλλοι έχουν το μαχαίρι και το πεπόνι. Ανοίγουν το πορτοφόλι και υπαγορεύουν. Εκεί είμαστε. Αλλά μια Αριστερά της ευθύνης θα μπορούσε να έχει βαρύνοντα λόγο για να γίνουν πράγματα που μπορούν να γίνουν, έστω μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο που οι ξένοι δανειστές καθορίζουν και περιγράφουν.
Και το βάρος της σήμερα είναι τόσο καθοριστικό στη συγκυρία που έχει διαμορφωθεί, στο εάν θα εφαρμοστούν τα μέτρα με στοιχειώδη κοινωνική ηρεμία, ώστε μπορεί να πετύχει σχεδόν τα πάντα, για την προστασία στο μέτρο και το βαθμό που είναι δυνατόν εκείνων που την αφορούν, για την απάλυνση όσο γίνεται των ανισοτήτων, για να βγούμε νωρίτερα από την κρίση. Κι έτσι, την επομένη, αν τα καταφέρουμε, η Αριστερά θα έχει ρόλο που ποτέ δεν είχε και ποτέ αλλιώς δεν θα κατακτήσει.
* Με την Παπαρήγα και το ΠΑΜΕ αρνούμαι να ασχοληθώ, αλλά αυτό το πράγμα που πρεσβεύουν σήμερα ο Τσίπρας με τα δημοψηφίσματα και ο Αλαβάνος με τις απαγορεύσεις εξόδου από τη χώρα, δεν είναι Αριστερά. Ας βαφτίσουν τα παραληρήματα τους όπως αλλιώς επιθυμούν αλλά με την Αριστερά, έτσι όπως την όρισαν ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης και τόσοι άλλοι καμία σχέση δεν έχουν. Και η απογοήτευση είναι τεράστια... (stel)
Η σύνεση, το κουράγιο και η σοφίατου Πάσχου Μανδραβέλη (στην Καθημερινή)
Κάποτε ο μεγάλος Αμερικανός θεολόγος Ρέινολντ Νίμπουρ προσευχήθηκε «Θεέ μου χάρισέ μου τη γαλήνη να δεχθώ τα πράγματα που δεν μπορώ ν’ αλλάξω, το κουράγιο ν’ αλλάξω εκείνα που μπορώ και τη σοφία να καταλαβαίνω τη διαφορά». Την προσευχή αυτή χρειάζεται να κάνει και η ελληνική Αριστερά, και ας είναι άθεη. Για την ακρίβεια, στην τωρινή κρίση όλοι πρέπει να βρούμε το κουράγιο να αλλάξουμε τα πράγματα που μπορούμε, να αποκτήσουμε τη γαλήνη να δεχθούμε εκείνα που δεν μπορούμε να αλλάξουμε και κυρίως να έχουμε τη σοφία για να καταλάβουμε τη διαφορά.
Εκείνο που δεν μπορούμε να αλλάξουμε είναι το γεγονός ότι τον Μάιο χρειαζόμαστε δανεικά. Πρέπει να αποπληρώσουμε διάφορα χρέη και να έχουμε λεφτά για να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις. Οσες πορείες και να κάνει το ΚΚΕ, όσα αναθέματα και αν εκστομίσει ο κ. Αλαβάνος, ο λογαριασμός είναι δεδομένος. Ακόμη και αν αποφασίζαμε να αφήσουμε στα κρύα του λουτρού εκείνους που στο παρελθόν μάς δάνεισαν, ο μόνος «άλλος κόσμος που είναι εφικτός» είναι να αφήσουμε (έστω προσωρινά) τους συνταξιούχους χωρίς συντάξεις και τους δημοσίους υπαλλήλους χωρίς μισθό.
Ενα άλλο πράγμα που δεν μπορούμε να αλλάξουμε είναι οι πηγές επαναχρηματοδότησης της χώρας. Αυτές είναι: α) οι αγορές (αλλά με τα ληστρικά επιτόκια που διαμορφώνονται), β) ο μηχανισμός στήριξης που περιλαμβάνει κατά το ένα τρίτο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, γ) μόνο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αλλοι δεν εμφανίστηκαν για να πουν πάρτε 20 δισ. για να περάσετε και βλέπουμε. Επομένως, το δημοψήφισμα που προτείνει ο κ. Τσίπρας πρέπει να έχει και διαζευκτικές λύσεις: «Θέλετε να φύγουμε από τον μηχανισμό στήριξης και να πάρουμε λεφτά (π. χ.) από την Κούβα ή όχι;». «Θέλετε να κηρύξουμε στάση πληρωμών και να γίνουμε Βόρεια Κορέα ή όχι;». Το δημοψήφισμα που προτείνει ο ΣΥΝ θα είχε νόημα αν ο καθένας που ψήφιζε υπέρ της εγκατάλειψης του μηχανισμού έδινε κι από ένα δεκαχίλιαρο για να πληρωθεί η δόση του Μαΐου. Αλλιώς έχουμε να κάνουμε με τα γνωστά πυροτεχνήματα του στυλ «ένας άλλος δανεισμός είναι εφικτός».
Αυτό, επίσης, που ελάχιστα μπορούμε να επηρεάσουμε είναι η κίνηση των αγορών. Καλώς ή κακώς, εκεί «money talks». Μια δήλωση της κ. Μέρκελ ότι θα στηρίξει τα ελληνικά ομόλογα αξίζει με εκατό του κ. Παπανδρέου ότι «δεν θα κάνουμε αναδιάρθρωση του χρέους». Και αυτό όχι γιατί η κ. Μέρκελ είναι αξιόπιστη, αλλά γιατί έχει τα λεφτά. Η Ελλάδα υπόσχεται ότι ΘΑ τα αποταμιεύσει.
Πρέπει όμως να βρούμε το κουράγιο να αλλάξουμε τα πράγματα που μπορούμε. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να επηρεάσουμε άμεσα τις αγορές, αλλά μπορούμε να φροντίσουμε να μην ξανάρθει ποτέ η χώρα στην ίδια θέση. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε, αλλά χρειάζεται πολύ -θεόσταλτο ή μη- κουράγιο, είναι να συμμαζέψουμε τις δαπάνες του κράτους, να βάλουμε σε τάξη τη χώρα για να μην είμαστε εκτεθειμένοι κατ’ αυτόν τον εγκληματικό τρόπο στα καπρίτσια των αγορών.
Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να έχουμε τη -θεόσταλτη ή μη- σοφία να καταλάβουμε τη διαφορά μεταξύ εκείνων που μπορούμε να κάνουμε και εκείνων που μας υπερβαίνουν. Αυτή η σοφία λείπει, και δυστυχώς όχι μόνο από την Αριστερά.
* Το τραγικό δεν είναι να μιλάει ο Τσίπρας υπέρ της αναδιάρθρωσης του χρέους... Έχει πει τόσα και τόσα... Το τραγικό είναι να το πιστεύουν υπουργοί της κυβέρνησης που υποτίθεται καλούνται να μας βγάλουν από το αδιέξοδο... (stel)
Επικίνδυνη φημολογία για τη διαχείριση του χρέουςτου Βασίλη Zηρα (στην Καθημερινή)
Ενα στέλεχος της κυβέρνησης μου είπε χθες ότι «μας σπρώχνουν σε αναδιάρθρωση χρέους». «Ποιοι», τον ρώτησα. «Το ΔΝΤ, οι Γερμανοί, όλοι, δεν βλέπεις τι γίνεται;». Αυτό που βλέπω είναι υπουργούς, αμήχανους μπροστά στις εξελίξεις, να αναπαράγουν σενάρια αναλυτών ή όσα ακούν από τους ίδιους εκείνους τύπους που λίγους μήνες νωρίτερα τους «πουλούσαν» ιδιωτικές τοποθετήσεις στην Κίνα ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτοί οι τύποι έχουν σοβαρό κίνητρο: η αναδιάρθρωση όπως και οι εκδόσεις ομολόγων με ιδιωτική τοποθέτηση έχουν υψηλές προμήθειες. Οι άλλοι όμως;
Ας υποθέσουμε πως οι Γερμανοί μας σπρώχνουν σε αναδιάρθρωση του χρέους, ότι δηλαδή πιέζουν την Ελλάδα να πει στους πιστωτές της ότι «πρέπει να σας επιστρέψουμε 100 ευρώ, αλλά δεν τα έχουμε, γι' αυτό ή παίρνετε 80 ευρώ ή τίποτα». Τι θα κερδίσουν; Οι γερμανικές τράπεζες έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους ελληνικά ομόλογα άνω των 70 δισ. ευρώ. Σε περίπτωση αναδιάρθρωσης χρέους, με μια περικοπή 20% θα χάσουν τουλάχιστον 14 δισ. ευρώ. Οι γαλλικές τράπεζες θα χάσουν 12 δισ. ευρώ, ίσως περισσότερα. Δεν βλέπω κανέναν προφανή λόγο για να θέλουν οι Γερμανοί ή οι Γάλλοι να χάσουν οι τράπεζές τους τόσα λεφτά.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν θα είναι οι μόνες χαμένες. Εάν γίνει αναδιάρθρωση χρέους, οι ελληνικές τράπεζες θα χάσουν επίσης 9 δισ. ευρώ (όταν η κεφαλαιοποίησή τους είναι 14 δισ. ευρώ) και τα ασφαλιστικά ταμεία 1,8 δισ. ευρώ, από τα 9 δισ. ευρώ της αξίας του χαρτοφυλακίου τους.
Εάν γίνει αναδιάρθρωση χρέους, η Ελλάδα θα απολέσει το τελευταίο ίχνος αξιοπιστίας ως κράτος-μέλος της Ευρωζώνης, θα έχει προκαλέσει ένα ισχυρό πλήγμα στα τραπεζικά και τα ασφαλιστικά συστήματα αυτών των οποίων τη βοήθεια ζητεί ασμένως τους τελευταίους μήνες, αφού θα έχει καταστρέψει το δικό της χρηματοπιστωτικό σύστημα και τα ασφαλιστικά της ταμεία. Γι' αυτό δεν το προτείνει ούτε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ούτε πρόκειται να το δεχθούν τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.
Κάποιοι αναλυτές εκτιμούν ότι η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του χρέους της, θεωρώντας ότι δεν θα μπορεί να αντλήσει ρευστότητα από την αγορά σε δύο - τρία χρόνια, όταν θα έχουν εξαντληθεί τα δάνεια από τον κοινό μηχανισμό στήριξης Ευρωζώνης - ΔΝΤ. Είναι ένα σενάριο που θα επιβεβαιωθεί μόνον εάν η Ελλάδα δεν κάνει εν τω μεταξύ όλα όσα πρέπει να κάνει ώστε να ανακτήσει την αξιοπιστία και τη φερεγγυότητά της. Απειλεί επίσης να επιβεβαιωθεί, εν είδει αυτοεκπληρούμενης προφητείας, εάν αναπαράγεται ανεύθυνα από αμήχανα κυβερνητικά στελέχη, που έχουν βαθιά άγνοια της λειτουργίας των αγορών. Για την Ελλάδα υπάρχει μια και μόνο επιλογή, εάν θέλει να παραμείνει στον σκληρό πυρήνα της Ε. Ε. και να αποφύγει τη χρεοκοπία και τη μακροχρόνια ύφεση: να κάνει τα πάντα ώστε να ξαναβγεί μόνη της στις αγορές για να δανειστεί και να εξυπηρετεί ομαλά το χρέος της.
* Με το ένα πόδι στον περιβόητο μηχανισμό στήριξης πλέον και εκτός του ότι το θέμα με τα spreadsέχει κουράσει, μήπως θα μπορούσαμε να βγάλουμε και κάτι θετικό από τον «μπαμπούλα» του ΔΝΤ; Γιατί το ότι πλέον θα ζήσουμε δύσκολα, το ξέρουμε ήδη... (stel)
Το αύριο είναι ελληνική υπόθεση του Βασίλη Zήρα (στην Καθημερινή)
Ο κύβος ερρίφθη. Η Ελλάδα έκανε χθες το πρώτο βήμα στην κατεύθυνση της προσφυγής στον μηχανισμό στήριξης. Μπορεί ο υπουργός Οικονομικών να ελπίζει ακόμη ότι στις λίγες ημέρες που θα διαρκέσουν οι διαβουλεύσεις με το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και την Κομισιόν, οι αγορές θα επαναξιολογήσουν το γεμάτο όπλο πάνω το τραπέζι και θα υποχωρήσουν τα spreads, ώστε η χώρα μας να μπορέσει να δανειστεί μόνη της. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή είναι το πλέον απίθανο σενάριο.
Το πιθανότερο είναι πως σε λίγες ημέρες η Ελλάδα θα ζητήσει την ενεργοποίηση του μηχανισμού βοήθειας. Η κλιμάκωση των spreads έως χθες το μεσημέρι και η υποχώρησή τους όταν δημοσιοποιήθηκε η επιστολή Παπακωνσταντίνου, δείχνουν ότι οι αγορές δεν ανησυχούσαν για τις γκρίζες ζώνες του μηχανισμού ή για τις γερμανικές παλινωδίες, όπως εκτιμούσαν στην Αθήνα. Οι επενδυτές αμφισβητούν τη δυνατότητα της Ελλάδας να αντιμετωπίσει μόνη της, χωρίς την κηδεμονία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το διογκούμενο δημόσιο χρέος της. Η Ελλάδα δεν θα χρησιμοποιήσει τον μηχανισμό για να δανειστεί φθηνά, αλλά για να εξασφαλίσει τα κεφάλαια που οι αγορές φαίνεται πως είναι απρόθυμες να της δανείσουν έναντι οποιουδήποτε τιμήματος.
Και δεν θα δανειστεί φθηνά, ας φαντάζουν χαμηλά τα επιτόκια του ΔΝΤ και της Ευρωζώνης. Θα είναι ο «ακριβότερος» δανεισμός από τη μεταπολίτευση -τουλάχιστον- και μετά, καθώς σε ελάχιστο χρόνο θα υποχρεωθούμε να ανατρέψουμε όλα όσα θεωρούσαμε ως σταθερές του τρόπου ζωής μας τα τελευταία 35 χρόνια, στις αμοιβές, στην αγορά εργασίας, στο ασφαλιστικό σύστημα. Η προσφυγή στον μηχανισμό βοήθειας δεν είναι η ευκταία λύση. Θα ήταν ασφαλώς προτιμότερο να μη συμβεί, να είχαμε περισσότερο χρόνο ώστε η προσαρμογή να είναι ομαλότερη, χωρίς τον κίνδυνο διάρρηξης του κοινωνικού ιστού. Ωστόσο, τον χρόνο τον σπαταλήσαμε και η προσφυγή στην εξωτερική βοήθεια είναι αναπόφευκτη. Η κυβέρνηση έχει δύο εναλλακτικές. Πρώτον, να εφαρμόσει απλώς τα μέτρα που θα μας επιβάλλουν το ΔΝΤ και η Ευρωζώνη, ξιφουλκώντας με την αξιωματική αντιπολίτευση για το ποιος φταίει για την εξέλιξη αυτή. Δεύτερον, να διαμορφώσει και να εφαρμόσει, παράλληλα με τα μέτρα, μια στρατηγική για την μετά το πακέτο εποχή. Το ΔΝΤ θα ζητήσει περικοπή των δαπανών υγείας, αλλά είναι στο χέρι της κυβέρνησης να σχεδιάσει ένα πιο αποτελεσματικό και λιγότερο κοστοβόρο δημόσιο σύστημα υγείας. Θα επιβάλει περιορισμό των δαπανών για την παιδεία, αλλά είναι στο χέρι της κυβέρνησης να χτίσει ένα νέο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, λιγότερο σπάταλο, αλλά πιο σύγχρονο, που να παράγει προστιθέμενη αξία για την κοινωνία και την οικονομία. Θα ζητήσει ένα φθηνότερο Δημόσιο, αλλά δεν θα σχεδιάσει αυτό τις δομές του και τον τρόπο λειτουργίας του. Αυτό θα είναι για μια ακόμη φορά δουλειά της κυβέρνησης. Τα οδυνηρά μέτρα θα τα επιβάλουν το ΔΝΤ και η Ευρωζώνη. Αλλά, η επόμενη μέρα, η διαμόρφωση προϋποθέσεων διατηρήσιμης ανάπτυξης και η οικοδόμηση ενός βιώσιμου κοινωνικού κράτους, η στρατηγική για ένα καλύτερο αύριο είναι μια καθαρά ελληνική υπόθεση.
* Η ιδεολογική σύγχυση που έχει προκαλέσει η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν θα μπορούσε φυσικά να μην μεταφερθεί και στη χώρα μας. Απλά εδώ αναμίχθηκε με τον αριστερίστικο καιροσκοπισμό και καταγγελτικό λόγο και το αποτέλεσμα είναι εκρηκτικό. Λαφαζάνης και Παπαρήγα βρήκαν στους εκπροσώπους της νεοφιλελεύθερης σκέψης ανέλπιστους συμμάχους στη μάχη για την έξοδο από το ευρώ και γιατί όχι και τη διάλυση της ΕΕ… (stel)
Παρά φύση συμπτώσεις του Γεράσιμου Γεωργάτου (στην Αυγή)
Η «Σχολή του Σικάγο», τέκνο των Φρίντριχ Χάγιεκ (1899 - 1992) και Μίλτον Φρίντμαν (1912 - 2006), είναι λίγο πολύ γνωστή για τη θεμελίωση του ακραίου νεοφιλελευθερισμού αντίθετου σε κάθε μορφή κρατικού παρεμβατισμού και περιορισμού του ανταγωνισμού με απόλυτη εμπιστοσύνη στην ικανότητα αυτορρύθμισης των αγορών. Η απήχησή της στους συντηρητικούς πολιτικούς φορείς έφτασε στο απόγειό της επί προεδρίας Ρόναλντ Ρήγκαν στις ΗΠΑ και πρωθυπουργίας Μάργκαρετ Θάτσερ στη Βρετανία.
Εξέχων καθηγητής διεθνών οικονομικών στην εν λόγω σχολή σήμερα, ο Ρόμπερτ Άλιμπερ, συνεργάτης του αμερικάνικου think tank “International Political Economy”, σε έκθεσή του για την κρίση και την ελληνική οικονομία, προτείνει ευθέως την έξοδο της χώρας από τη ζώνη του ευρώ και την υποτίμηση του ελληνικού ευρώ με διαμόρφωση ισοτιμίας 1 ευρώ / 2 ευρωδραχμές, ώστε να καταστεί ανταγωνιστικότερη η ελληνική οικονομία για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του ελλείμματος και του χρέους … και να επιστρέψει μετά από κάποια χρόνια υγιής στην Ευρωζώνη. Το ίδιο σενάριο μπορεί να ισχύσει και να εφαρμοστεί, σύμφωνα με την έκθεση, και στις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, την Πορτογαλία και την Ισπανία, των οποίων τα επιτόκια δανεισμού των πενταετών ομολόγων έχουν εκτοξευτεί σε υψηλά επίπεδα. (www.reporter.gr και Πρώτο Θέμα, 24/3/2010). Και φυσικά, ως αυθεντικός νεοφιλελεύθερος ο κ. Άλιμπερ δεν συζητά τις επιπτώσεις μιας υποτίμησης στο σκέλος της ζήτησης, στις αμοιβές και την αγοραστική δύναμη των μισθωτών, τον διπλασιασμό της οικονομικής επιβάρυνσης για την εξυπηρέτηση του χρέους, τα κεφάλαια που αντί να επενδυθούν θα διαφύγουν στο εξωτερικό, τη μείωση των δημοσίων εσόδων και την περαιτέρω υποβάθμιση των δημόσιων αγαθών, ούτε διανοείται ότι η ανταγωνιστικότητα δεν εξασφαλίζεται απλώς με μείωση του εργατικού κόστους, αλλά κυρίως με παραγωγή καινοτόμων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Αυτά αφορούν μαρξίζοντες και κεϋνσιανούς.
Το ίδιο σενάριο της αποδέσμευσης από τη ζώνη του ευρώ και της υποτίμησης του εγχώριου νομίσματος, με την ίδια αδιαφορία για τις επιπτώσεις σε μισθωτούς εργαζόμενους, συνταξιούχους, ανέργους και δημόσια αγαθά, καταγράφεται αυτούσιο στον ιστότοπο «e-rooster.gr», (23/3/2010), του ακραιφνή νεοφιλελεύθερου Ανδρέα Ανδριανόπουλου, με την υπογραφή του κ. Στέφανου Αθανασιάδη. Παρόμοιες ακριβώς συστάσεις απευθύνονται προς την Ελλάδα μέσα από τις σελίδες των γνωστών για την αφοσίωσή τους στην οικονομική ορθοδοξία εντύπων, του Economist και των Financial Times, όπως μας πληροφορούν «Τα Νέα», (29/3/2010), ενώ δημοσίως έχει τοποθετηθεί και η κα Μέρκελ, με αφορμή την Ελλάδα, υπέρ της δυνατότητας αποπομπής μιας χώρας από την Ευρωζώνη.
Και ως εδώ τίποτα το περίεργο. Συνεπείς νεοφιλελεύθεροι και με σταθερό ατλαντικό προσανατολισμό οικονομολόγοι, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, επιδιώκουν την εξουδετέρωση του ευρώ έναντι του δολαρίου, την επιστροφή σε εθνικά νομίσματα ώστε να διευκολύνεται, όπως και προ ευρώ, η νομισματική κερδοσκοπία, μια πολιτικά καθηλωμένη και στα πρόθυρα της διάλυσης Ευρωπαϊκή Ένωση αδύναμη απέναντι στις αγορές και στις ΗΠΑ, αδιαφορώντας πλήρως για εργαζόμενους, ανέργους και δημόσια αγαθά.
Τα περίεργα αρχίζουν όταν αντίστοιχες απόψεις εκφωνούνται από στελέχη της αριστεράς και καταγράφονται σε επίσημα προσυνεδριακά κείμενα. Πέρα από προφορικές δηλώσεις για το άνοιγμα δημόσιου διαλόγου περί του τι προσφέρει σήμερα η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, ενδεικτικά, ο Γ. Τόλιος γράφει στην Αυγή, 31/3/2010, ότι «η πολιτική παραμονής πάση θυσία στην Ευρωζώνη μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική σε σχέση με μια φυγή και την εφαρμογή εθνικής πολιτικής, συναλλαγματικής, νομισματικής, πιστωτικής, εισοδηματικής, δημοσιονομικής, αναπτυξιακής, κ.ά…». Στο δε κείμενο των θέσεων για το συνέδριο που πλειοψήφησε στην πρόσφατη ΚΠΕ, (27-28/3/2010), καταγγέλλεται η «ακραία ταξική μονομέρεια των ιδρυτικών συμφωνιών τόσο της Ε.Ε όσο και της ΟΝΕ» και πως «μπορούμε σήμερα να πούμε ότι η απόφαση της ΚΠΕ του κόμματός μας για την κριτική υποστήριξη της συνθήκης του Μάαστριχτ δεν δικαιώθηκε από τη μέχρι σήμερα πορεία». (σελ. 9). Με άλλα λόγια, το κείμενο προτείνει όχι μόνο την αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ, αλλά και τη διάλυση της Ε.Ε την οποία παρακάτω (σελ. 13), την χαρακτηρίζει μονομερώς ως «ιδιότυπη καπιταλιστική περιφερειακή ολοκλήρωση και ιμπεριαλιστική συμμαχία χωρών» και ως «υπερεθνικό μηχανισμό κοινωνικής και εργασιακής κατεδάφισης» παραπέμποντας σε προσεγγίσεις τύπου ΚΚΕ.
Προτείνοντας από αποχώρηση μέχρι διάλυση της Ε.Ε και της ζώνης του ευρώ, μεγάλο μέρος των δυνάμεων του ΣΥΝ / ΣΥΡΙΖΑ ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις απόψεις και τις στοχεύσεις των αμιγώς νεοφιλελεύθερων πολιτικών και οικονομικών κύκλων, καταγραφόμενο ως η κατ` ουσία δεξιά πτέρυγα του κινήματος. Και φυσικά, η μοναξιά των εργαζομένων και των ανέργων δεν καλύπτεται με την αναγέννηση του κομμουνιστικού οράματος και τον αγώνα για τον σοσιαλισμό σε μια μόνο χώρα ή την επιβολή του δι' ανατροπής στο σύνολο της Ευρώπης, μπας και σωθούν τα προσχήματα. Ευτυχώς, τουλάχιστον το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και τα σημαντικότερα αδελφά κόμματα στην Ευρώπη, καθώς και εκείνο το κομμάτι του ΣΥΝ που εκφράζει μια σύγχρονη δημοκρατική αριστερά δεν έχουν διολισθήσει σε τέτοιες ελαφρότητες ούτε σε παρά φύση συμπτώσεις με τους φορείς του νεοφιλελευθερισμού και επιμένουν, παρά τις δυσκολίες, στην αναγκαιότητα προώθησης της δημοκρατικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως του πιο ορατού αντίδοτου στη δικτατορία των αγορών και την απόλυτη κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου μονεταριστικού συνταγολογίου.