Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωτερική Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωτερική Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Μαΐ 2010

Η τρέλα των εξοπλισμών και η Τουρκία

* Θα προτιμούσα η συνάντηση του έλληνα με τον τούρκο πρωθυπουργό να βαφτίζεται «ιστορική» όχι πριν τις συνομιλίες αλλά κατά την αναχώρηση του από την Αθήνα ή ακόμα καλύτερα μετά από ένα χρόνο όταν τα πρώτα δείγματα των όποιων σημερινών αποφάσεων θα αρχίσουν να φαίνονται. (stel – το σκίτσο είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη από την Καθημερινή)

Η τρέλα των εξοπλισμών και η Τουρκία του Στέλιου Κούλογλου (στην ιστοσελίδα http://tvxs.gr/ )


Ενα από τα πιο εξοργιστικά φαινόμενα των τελευταίων μηνών ήταν η υποκρισία και ο κυνισμός των ισχυρών εμπόρων όπλων της Ευρώπης, δηλαδή του κ Σαρκοζί και της κυρίας Μέρκελ. Την ώρα δηλαδή που η Γαλλία και η Γερμανία πίεζαν αφόρητα την Ελλάδα να κόψει τον 14ο μισθό στους υπαλλήλους της, ζητούσαν από την ελληνική κυβέρνηση να τους υποσχεθεί ότι θα αγοράσει και νέα όπλα. Από την περικοπή του 14 μισθού, το ελληνικό δημόσιο ταμείο εξοικονόμησε περίπου 1.8 δις ευρώ τον χρόνο. Τα όπλα που θα πρέπει να αγοράσει κοστίζουν τουλάχιστον το διπλάσιο.


Η υπόθεση ήταν τόσο κραυγαλέα, ώστε προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του ευρωβουλευτή των Πρασίνων Ντανιέλ Κον Μπεντίτ καθώς και συνεχή δημοσιεύματα στον διεθνή τύπο (περιέργως, ο ελληνικός ήταν πολύ πιο ντροπαλός). Σε μια ανάλυση του πρακτορείου Reuters υπό τον τίτλο Broke? Buy a few warships, France tells Greece («Χρεωκόπησες; Αγόρασε μερικά πολεμικά πλοία, λέει η Ελλάδα στην Γαλλία») γινόταν γνωστό ότι η Γαλλία προσπαθεί να πουλήσει στην Ελλάδα έξι φρεγάτες, 15 ελικόπτερα και έως 40 πολεμικά αεροσκάφη. Η Γερμανία από την πλευρά της πίεζε την Αθήνα για την εξόφληση του υποβρυχίου Παπανικολής. Οσοι γνωρίζουν την υπόθεση το αποκαλούν «Κουτσονικολή» γιατί γέρνει από την μία πλευρά....


Στο χορό μπήκαν ακόμη και γερμανικές εφημερίδες, όπως η Süddeutsche Zeitung που έγραφε: «Καμία χώρα της Ε.Ε. δεν είναι τόσο γενναιόδωρη στην αγορά εξοπλιστικού υλικού όσο η Ελλάδα. Και, όμως, η Ελλάδα είναι η χώρα της Ε.Ε. που μπορεί να σηκώσει λιγότερο εύκολα το βάρος των εξοπλισμών αυτών. Περισσότερο από το 4% του ΑΕΠ της χώρας διατίθεται για εξοπλιστικά προγράμματα, άλλα κράτη της Ε.Ε. δεν διαθέτουν περισσότερο από το ποσοστό του 1,5%. Η Αθήνα αγοράζει το 31% του συνολικού εξοπλιστικού της υλικού από γερμανικές εταιρίες που είναι πρόθυμες να παραδώσουν στην χρεωκοπημένη Ελλάδα ακόμη περισσότερο».


Σε ένα άρθρο που είχε τίτλο «Γερμανία, ο τρίτος μεγαλύτερος εξαγωγέας πολεμικού υλικού» η Frankfurter Allgemeine Zeitung μιλούσε για την αυστηρή κριτική που άσκησαν κόμματα της αντιπολίτευσης (Πράσινοι και Αριστερά) στην κυνική πολιτική εμπορίου όπλων της κυβέρνησης Μέρκελ: «Είναι αδιανόητο να πλουτίζουμε εμείς, εξοπλίζοντας δύο κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ για να πολεμούν το ένα το άλλο», δήλωνε ο Πρόεδρος των Πρασίνων Özdemir. Με την εξαίρεση μιας επερώτησης του ΣΥΡΙΖΑ, οι αντιδράσεις των ελληνικών κομμάτων για τον γαλλογερμανικό κυνισμό ήταν πολύ ηπιότερες...


Αλλες εφημερίδες, όπως η γαλλική Monde, παρέθεταν έκπληκτες τα δεδομένα: οι αμυντικές δαπάνες της Ελλάδας είναι οι υψηλότερες της Ε.Ε., ενώ κατέχουν τη δεύτερη θέση στην κατάταξη των νατοϊκών χωρών, μετά τις ΗΠΑ, που στο κάτω κάτω έχουν από βάσεις μέχρι διαστημόπλοια και διεξάγουν διάφορους πολέμους ανά τον πλανήτη. Για το 2008 η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων εισαγωγέων εξοπλισμών στον κόσμο μαζί με τη Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα, την Ινδία και βεβαίως την Τουρκία.


Στην Τουρκία οι φωνές πολλαπλασιάστηκαν. «Δεν έχουμε σώβρακο και στο Αιγαίο απογειώνουμε αεροσκάφη, οι πτήσεις των οποίων στοιχίζουν 10.000 ευρώ την ώρα», έγραφε ο γνωστός δημοσιογράφος Mehmet Ali Birand. Ο Erdal Şafak, διευθυντής της τουρκικής εφημερίδας Sabah αποκάλυπτε ότι στις αρχές Μαρτίου ο Ερντογάν δέχθηκε μια ομάδα Ελλήνων και Ελληνοκύπριων δημοσιογράφων και, μέσω αυτών, έκανε μια έκκληση:«Εάν αρχίσεις την κούρσα των εξοπλισμών οι οικονομικές συνέπειες θα είναι αναπόφευκτες... Σε δύσκολη θέση βρίσκεται και η Ελλάδα. Ελάτε να πραγματοποιήσουμε μείωση των στρατιωτικών δαπανών». «Ούτε η Ελλάδα ούτε η Τουρκία χρειάζονται νέα τανκς, πυραύλους, υποβρύχια ή μαχητικά αεροπλάνα διαλαλεί σε όλους τους τόνους ο Egemen Bagis, υπουργός και ειδικός διαπραγματευτής της Τουρκίας με την Ευρωπαική Ενωση. Η Τουρκία θα ακολουθούσε την Ελλάδα σε μία απόφαση για άμεση μείωση των δαπανών για εξοπλισμούς».


Για τους δικούς της λόγους, η σημερινή τουρκική κυβέρνηση θέλει την βελτίωση των σχέσεων με την Ελλάδα καθώς και την μείωση των εξοπλιστικών δαπανών. Η Αγκυρα φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο μιας περιφερειακής δύναμης που δεν καταναλώνεται σε τοπικές διενέξεις με τους γείτονες της και ο Ερντογάν θέλει να περιορίσει ακόμη περισσότερο τους στρατιωτικούς και το “βαθύ κράτος” που τρέφονται από τις δαπάνες και τις στρατιωτικές αντιπαραθέσεις. Από την Λισαβώνα ως την Τουρκία, η οικονομική και κοινωνική κρίση της Ελλάδας φοβίζει τις κυβερνήσεις, στρέφοντας την τουρκική κυβέρνηση σε μια πιο ορθολογική διαχείριση των δημοσίων δαπανών: η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί ένα καζάνι που βράζει που χρειάζεται βούτυρο αντί για κανόνια.


Η ελληνική πλευρά πρέπει να συμβάλλει στην ήττα του στρατιωτικό-κεμαλικού κατεστημένου ενώ δεν δικαιούται πλέον να σπαταλήσει ούτε ευρώ σε μίζες και αγορές όπλων. Στα ύπουλα, χορηγημένα από τους εμπόρους όπλων, άρθρα που είδαν τελευταία το φως στον ελληνικό τύπο για την δήθεν στρατιωτική υπεροπλία της Τουρκίας στο Αιγαίο υπάρχει απάντηση: η καλύτερα άμυνα κάθε χώρας είναι ο ίδιος ο λαός της. Και όσο λιγότερο εξαθλιωμένος θα είναι, αν μειώθουν οι στρατιωτικές δαπάνες, τόσο το καλύτερο.


Σε μια ακόμη επίδειξη εθνικιστικής παραφροσύνης, η πολυκατοικία της δεξιάς, από τον κ. Καρατζαφέρη ως τον κ. Σαμαρά που επανήλθε στις ακροδεξιές του θέσεις ζήτησαν από την ματαίωση της επίσκεψης μέχρι το πάγωμα κάθε διαλόγου με την Τουρκία. Το επιχείρημα είναι ότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη επειδή η Ελλάδα βρίσκεται σε δύσκολη θέση, ενώ η σημερινή θέση της χώρας επιβάλλει ακριβώς το αντίθετο: να επιλύσει τις διαφορές της με τους γείτονες για να κοιτάξει τα του οίκου της.


Οι πολίτες φαίνονται να πιστεύουν ακριβώς το ίδιο, όπως δείχνουν οι συντριπτικές απαντήσεις στην πρόσφατη δημοσκόπηση της Vprc για το Tvxs. Στην οικονομική της πολιτική, η σημερινή κυβέρνηση δεν διαφέρει σε τίποτα από την πολιτική μιας συντηρητικής, νεοφιλελευθερης κυβέρνησης. Βελτιώνοντας τις σχέσεις με την Τουρκια και βάζοντας τέλος στην τρέλλα των εξοπλισμών, έχει μια μοναδική ευκαιρία να δείξει ότι υπάρχουν και διαφορές.


8 Απρ 2010

Ο εικονικός πόλεμος στο Αιγαίο

* Τώρα που μοιάζει να γίνεται γενικό ξεκαθάρισμα των οικονομικών μας, ήρθε νομίζω η ώρα να προβληματιστούμε σοβαρά για το τί πληρώνουμε ως χώρα για αμυντικούς εξοπλισμούς, πόσο νόημα έχει και τί μπορούμε να περισώσουμε. Το να κοπούν πχ τα άρματα μάχης και τα αεροσκάφη από τις στρατιωτικές παρελάσεις ήταν το πιο εύκολο και πιο επικοινωνιακό μέτρο. Μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα στο πλαίσιο μιας γενικότερης αναθεώρησης της αμυντικής μας πολιτικής. Και δεν είναι μόνο η Τουρκία. Για παράδειγμα είναι καιρός να απαλλαχθούμε από τις στρατιωτικές μονάδες στα σύνορα μας με τη Βουλγαρία. Ο κίνδυνος από το Βορρά, αν μη τι άλλο, δεν υφίσταται πλέον... (stel)



Ο εικονικός πόλεμος στο Αιγαίο του Μακάριου Δρουσιώτη (στην Ελευθεροτυπία)


Ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Τουρκίας Ενκεμέν Μπαγίς επανέλαβε τις προάλλες την πρότασή του προς την Ελλάδα για πάγωμα των αμυντικών δαπανών από τις δύο χώρες, επαναλαμβάνοντας αυτά που είπε προ μηνός, μιλώντας σε Ελληνοκύπριους δημοσιογράφους στην Κωσταντινούπολη.


Η πρόταση αυτή αντιμετωπίστηκε από ορισμένους με καχυποψία και χλευασμό ή θεωρήθηκε ύποπτη, επειδή υπονομεύει την ασφάλεια της χώρας.


Κατ' αρχάς, αν κινδυνεύει η εθνική κυριαρχία της Ελλάδας δεν είναι από την αναποτελεσματική άμυνα, αλλά από την αναιμική της οικονομία. «Χάσαμε μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας», είπε ο πρωθυπουργός όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τα τεράστια ελλείμματα. Κι αυτό δεν ήρθε ως αποτέλεσμα ενός πολέμου, αλλά από τις συνέπειες της επιτήρησης. Ο κίνδυνος ενός πολέμου στο Αιγαίο είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Οταν δεν έγινε το 1974, οι πιθανότητες να γίνει με τα σημερινά δεδομένα είναι μηδενικές. Το Αιγαίο προέκυψε ως πρόβλημα μετά το 1974 και το προκάλεσε η Τουρκία ως αντιπερισπασμό για να εδραιώσει την κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Η Ελλάδα έπεσε στην παγίδα του εξοπλιστικού ανταγωνισμού που έχει αφαιμάξει την οικονομία της. Στην ουσία πρόκειται για έναν εικονικό πόλεμο, που στοίχισε από το 1974 στο ελληνικό κράτος 120 δισ. ευρώ, ενώ μόνο σε αναχαιτίσεις εκτιμάται ότι δαπανήθηκαν 75 δισ. ευρώ!


Σαφώς και υπάρχει τουρκική πρόκληση στο Αιγαίο με υπερπτήσεις πάνω και από κατοικημένα νησιά. Διότι η ελληνοτουρκική κρίση είναι λόγος ύπαρξης του στρατοκρατικού κατεστημένου στην Αγκυρα. Αυτή την περίοδο η Τουρκία συγκλονίζεται από τις αποκαλύψεις για το σχέδιο πραξικοπήματος «Βαριοπούλα». Μέρος του σχεδίου ήταν η προβοκατόρικη κατάρριψη τουρκικού F16 για να προκληθεί κρίση με την Ελλάδα. Ενα πρόβλημα, που ξεκίνησε σαν αντανάκλαση του Κυπριακού, εξελίχθηκε σε εργαλείο εσωτερικής πολιτικής και είναι στον πυρήνα ενός φαύλου κύκλου που παράγει κρίσεις, συντηρεί την ένταση και παρεμποδίζει την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.


Βέβαια, η αιτία των κρίσεων είναι η κατοχή της Κύπρου και χωρίς τη λύση του Κυπριακού δεν μπορεί να υπάρξει εξομάλυνση σχέσεων. Ο σχεδιασμός της ένταξης της Κύπρου ολόκληρης στην Ε.Ε. και η παραχώρηση ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων στην Τουρκία ήταν ριζοσπαστικός. Διότι άλλαζε εντελώς το πλαίσιο των σχέσεων από αυτό της σύγκρουσης σε εκείνο της συνεργασίας.


Για πρώτη φορά στην ιστορία του Κυπριακού, το 2004, η Κύπρος και η Ελλάδα απέκτησαν αποτελεσματικό μοχλό πίεσης στην Τουρκία: λύση έναντι ημερομηνίας. Σ' εκείνη την ιστορική καμπή, οι Τ. Παπαδόπουλος και Κ. Καραμανλής εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως στον Τ. Ερντογάν με την πρόταση: «Σου χαρίζουμε την ημερομηνία, άσε μας το πρόβλημα» («Κ.Ε.» 7/3/2010). Υστερα στήθηκε ένας χορός διεθνούς συνωμοσίας κατά του Ελληνισμού και οι ίδιοι αυτοπροσδιορίστηκαν αντιστασιακοί. Αν άλλη ήταν η διαχείριση, ίσως άλλη να ήταν σήμερα και η μοίρα της Ελλάδας.


Ανεξαρτήτως του αν θα μπορέσει ποτέ η Τουρκία να γίνει πλήρες μέλος της Ενωσης, οι αλλαγές που προκάλεσε ο στόχος της ένταξης είναι επαναστατικές. Η σημερινή Τουρκία επιθυμεί και επιδιώκει την εξομάλυνση των σχέσεών της με την Ελλάδα, διότι είναι προς το δικό της συμφέρον. Η κυβέρνηση του ΑΚΡ βρίσκεται σε ευθεία ρήξη με το κεμαλικό κατεστημένο, διότι επιδιώκει να μεταρρυθμίσει τη χώρα με όχημα την ένταξη στην Ε.Ε. Στην Τουρκία δίνεται αυτή την περίοδο μια μεγάλη μάχη. Η Ελλάδα (και η Κύπρος) θα πρέπει να διαλέξουν στρατόπεδο. Να επιλέξουν τι γείτονα θέλουν να έχουν, όχι για τα επόμενα χρόνια, αλλά για τις επόμενες γενιές.


Η Ελλάδα θα πρέπει να διαλέξει αν θα διαθέτει τον εθνικό της πλούτο στην πρόοδο, την παιδεία και την υγεία ή αν θα τον σπαταλάει σε πολεμικά εργαλεία. Αν θα ξελασπώσει αυτή η χώρα ή αν θα κλαίει τη μοίρα της και θα καταριέται τους ξένους που τη... μισούν και την εκδικούνται.


http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=07/04/2010&s=en-staseis

16 Φεβ 2010

Το πρόβλημα

* Ενώ η συζήτηση γύρω από την ελληνική οικονομία, την ευρωπαϊκή επιτήρηση και την ανάγκη πρόσθετων μέτρων καλά κρατεί, μία ιδέα για να αρχίζει να αλλάζει η εικόνα και η αξιοπιστία της χώρας στο εξωτερικό θα ήταν να αναλάβουμε πρωτοβουλίες και να επιδείξουμε σοβαρή διάθεση για επίλυση και ενδεχόμενη υποχωρητικότητα στο θέμα του Σκοπιανού. Έτσι κι αλλιώς, το θέμα της ονομασίας είναι, προ πολλού, χαμένο... (stel)

Το πρόβλημα του Γιάννη Καρτάλη (στο ΒΗΜΑ)

Υπό την πίεση που ασκούν την περίοδο αυτή η Ουάσιγκτον και η Ευρωπαϊκή Ενωση για την εξεύρεση λύσης στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων φθάνει στις 26 Φεβρουαρίου στην Αθήνα ο διαπραγματευτής του ΟΗΕ και το ερώτημα είναι αν τη φορά αυτή θα προκύψει κάτι. Οι ενδείξεις που υπάρχουν δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για αισιοδοξία. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτή θα είναι η πρώτη επίσημη επαφή του κ. Νίμιτς με τη νέα ελληνική κυβέρνηση, αν και γνωρίζει ήδη πολύ καλά τις ελληνικές θέσεις. Ετσι αυτό που έχει σημασία είναι αν θα φέρει νέες προτάσεις από τη σκοπιανή ηγεσία, την οποία θα έχει επισκεφθεί προηγουμένως. Διότι, όπως είναι γνωστό, η ελληνική πλευρά έχει προχωρήσει σε μια σημαντική υποχώρηση με την αποδοχή του επιθετικού προσδιορισμού στον όρο «Μακεδονία» και μένει τώρα και η άλλη πλευρά να ανταποκριθεί στην κίνηση αυτή. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε το αδιέξοδο θα συνεχισθεί, θέτοντας σε δοκιμασία το φιλόδοξο σχέδιο της Αθήνας, με την επωνυμία «Ατζέντα 2014», που προβλέπει την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια, που διαρκεί η εκκρεμότητα με τα Σκόπια, η Ελλάδα δεν κατόρθωσε να πείσει τους εταίρους και συμμάχους της για το δίκαιο των θέσεών της. Κατηγορείται μάλιστα ότι με τη στάση της δεν συμβάλλει στη σταθερότητα της ευαίσθητης περιοχής των Βαλκανίων, γεγονός που οδηγεί στην αναίρεση του πρωταγωνιστικού ρόλου που επιδιώκει να παίξει στην περιοχή αυτή. Το αποτέλεσμα είναι αντί να ασκούνται πιέσεις στα Σκόπια να άρουν την εθνικιστική τους πολιτική, οι πιέσεις αυτές να ασκούνται στην Αθήνα. Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών κ. Δ. Δρούτσας, ο οποίος επισκέφθηκε πρόσφατα την Ουάσιγκτον, υπήρξε ο τελευταίος αποδεκτής των πιέσεων αυτών. Οι Αμερικανοί θεωρούν ότι ο κίνδυνος νέας ανάφλεξης στα Βαλκάνια δεν έχει εκλείψει και για τον λόγο αυτόν τα Σκόπια θα πρέπει να ενταχθούν το ταχύτερο δυνατόν στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Και επιρρίπτουν ευθύνες στην ελληνική κυβέρνηση ότι παρεμποδίζει την ενταξιακή αυτή πορεία. Την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τα Σκόπια τον ερχόμενο μήνα ζήτησε επίσης και το Ευρωκοινοβούλιο την περασμένη Τρίτη.

Το γεγονός ότι η έκθεση προόδου του Ευρωκοινοβουλίου για τα Σκόπια (όπου ζητείται από το Συμβούλιο Κορυφής της ΕΕ της 25ης Μαρτίου να αποδεχτεί την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων) εγκρίθηκε με ψήφους 548 υπέρ, 45 κατά και 35 αποχές, δείχνει ότι οι ελληνικές θέσεις δεν γίνονται αποδεκτές από καμία πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου. Ουσιαστικά η Ελλάδα έχει απομονωθεί στο θέμα αυτό. Και αυτό είναι που θα πρέπει να μας προβληματίσει σε μια περίοδο όπου η αξιοπιστία της χώρας μας βάλλεται πανταχόθεν, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εύλογα ερωτηματικά αν μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα υπάρχει προοπτική για την ανάπτυξη ελληνικών πρωτοβουλιών, είτε στα Βαλκάνια είτε στη Μέση Ανατολή είτε οπουδήποτε αλλού. Δυστυχώς οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης δεν περιορίζονται στην εξευτελιστική κηδεμονία της χώρας, αλλά έχουν πλήξει και τη δυνατότητα να ασκηθεί αποτελεσματική ελληνική εξωτερική πολιτική.

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=315338&dt=14/02/2010

8 Φεβ 2010

Ρhoto Οpportunity

* Αν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φιλοδοξεί να ενισχύσει την εξωτερική πολιτική της χώρας και να αναβαθμίσει το ρόλο της στην ευρύτερη γειτονιά της (και όχι μόνο) είναι καιρός να αποκτήσει και έναν κανονικό Υπουργό Εξωτερικών. Το Δρούτσα ή όποιον άλλον... Το αστείο παρατράβηξε... (stel)

Ρhoto Οpportunity του Γιάννη Καρτάλη (στο ΒΗΜΑ)

Μέσα στην οικονομική θύελλα που σαρώνει τη χώρα απαρατήρητο πέρασε το γεγονός ότι ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, ο οποίος επισκέφθηκε την περασμένη εβδομάδα την Ουάσιγκτον, έγινε δεκτός από την υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ μόνον για 12 λεπτά. Ουσιαστικά για να ανταλλάξει μια θερμή χειραψία ενώπιον των φωτογράφων. Αυτό δηλαδή που οι Αμερικανοί αποκαλούν «photo opportunity». Τη στιγμή που ο πρωθυπουργός κ. Α. Παπανδρέου έχει θέσει ως πρωταρχικό στόχο του την αναβάθμιση της εικόνας της χώρας (και αυτό προσπαθεί να πετύχει με τα αλλεπάλληλα ταξίδια του στο εξωτερικό) η παρουσία του κ. Δρούτσα στην αμερικανική πρωτεύουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες αυτές. Οι Αμερικανοί άλλωστε δεν φάνηκαν να είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από το γεγονός ότι η Αθήνα έστειλε έναν αναπληρωτή και όχι έναν κανονικό υπουργό Εξωτερικών. Αυτό δείχνει ότι επείγει ο διορισμός ενός υπουργού Εξωτερικών (είτε με την αναβάθμιση του κ. Δρούτσα είτε με τον διορισμό ενός πολιτικού προσώπου με το ανάλογο κύρος) εφόσον είναι φυσικό, στη σημερινή εξαιρετικά δυσμενή συγκυρία για τη χώρα μας, ο κ. Παπανδρέου να μην μπορεί επαρκώς να ανταποκριθεί και στους δύο ρόλους.

Ας μην ξεχνούμε ότι ο έλληνας Πρωθυπουργός θέλησε να κρατήσει το πόστο του υπουργού Εξωτερικών για να στείλει το μήνυμα προς την Αγκυρα κυρίως, αλλά και προς τα Σκόπια, ότι είναι διατεθειμένος να ασχοληθεί προσωπικά με τις δύο αυτές μεγάλες εκκρεμότητες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Σκοπιανό. Και τα δύο αυτά ζητήματα επρόκειτο άλλωστε να κριθούν στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ τον περασμένο Δεκέμβριο. Ηδη όμως οι σχέσεις με την Αγκυρα, μετά την ανταλλαγή των επιστολών των δύο πρωθυπουργών, κινούνται σε πρωθυπουργικό επίπεδο, ενώ κάτι ανάλογο επιδιώκει και ο πρωθυπουργός των Σκοπίων με τη δική του επιστολή προς τον έλληνα ομόλογό του. Αντίθετα οι σχέσεις με τις ΗΠΑ φαίνεται να καρκινοβατούν και άγνωστο παραμένει ακόμη αν και πότε ο κ. Παπανδρέου θα επισκεφθεί την Ουάσιγκτον, ενώ έχει ήδη προγραμματιστεί η επίσημη επίσκεψή του στη Μόσχα για τα μέσα Φεβρουαρίου. Δεν είναι τυχαίο ότι καθυστερεί η περιώνυμη υπόθεση της βίζας, η οποία υποτίθεται ότι θα είχε κλείσει από τον περασμένο Οκτώβριο.

Πέρα όμως από τη βίζα, η χρονίζουσα εκκρεμότητα της ονομασίας της πΓΔΜ έχει βρεθεί στην κορυφή της ατζέντας των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, με την Ουάσιγκτον να πιέζει αφόρητα την Αθήνα (και όχι τα Σκόπια) για την εξεύρεση λύσης. Το δεδομένο αυτό δεν επιτρέπει στην ελληνική πλευρά να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που επιδιώκει στα Βαλκάνια. Μια περιοχή για την οποία οι Αμερικανοί ανησυχούν ιδιαίτερα, θεωρώντας ότι παραμένει το πιο ασταθές σημείο της Ευρώπης, χωρίς να αποκλείουν το ενδεχόμενο μια νέας ανάφλεξης. Σε αυτό έρχεται να προστεθεί και η γνωστή γκρίνια για την ελληνική στάση στο θέμα του Αφγανιστάν, με αποτέλεσμα η περίφημη στρατηγική συμμαχία μεταξύ των δύο χωρών να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πόσω μάλλον που ο πρόεδρος Ομπάμα, όπως απέδειξε και η άρνησή του να μετάσχει στη Σύνοδο Κορυφής ΕΕΗΠΑ, δεν τα πάει και τόσο καλά με τους Ευρωπαίους την περίοδο αυτή. Επείγει λοιπόν η βελτίωση του κλίματος με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια προτεραιότητα που εντάσσεται στη γενικότερη πολιτική για την αναβάθμιση της διεθνούς εικόνας της χώρας.

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artId=314057&dt=07/02/2010

13 Νοε 2009

Σε αναζήτηση αξιόπιστου συνομιλητή

* Τα θέματα εξωτερικής πολιτικής έχουν, ομολογουμένως, ελάχιστα απασχολήσει το blog. Ωστόσο, η παράλειψη αυτή θα διορθωθεί το προσεχές διάστημα αφενός γιατί αναμένονται εξελίξεις στα 2 φλέγοντα εθνικά θέματα (Σκοπιανό και Τουρκία/ Κυπριακό) και αφετέρου γιατί πιθανή εκλογή του Σαμαρά στη ΝΔ θα δημιουργήσει πιο έντονες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων και θα υπάρξει χώρος για μπόλικη αρθρογραφία και ανάλυση... (stel)

Σε αναζήτηση αξιόπιστου συνομιλητή του Νίκου Μπίστη (στο Έθνος)

Ενα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εξωτερική πολιτική της χώρας μας σε δύο κρίσιμα ανοιχτά θέματα, το Κυπριακό και την ονομασία της FYROM, είναι ότι η κοινή γνώμη έχει εθιστεί να αντιμετωπίζει την άλλη πλευρά ως ενιαίο ομοιογενές σύνολο στο οποίο δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Αυτή η ισοπέδωση -για την οποία δεν ευθύνεται η κοινή γνώμη, αλλά οι πολιτικές ηγεσίες που τη διαμορφώνουν- είναι πολιτικά επικερδής για ορισμένους, αλλά εξόχως βλαπτική για τα καλώς νοούμενα εθνικά συμφέροντα. Ο σύγχρονος πατριωτισμός επιβάλλει να έχουμε δυνατότητα αξιολόγησης των επιπτώσεων από την παρουσία στην ηγεσία της ΠΓΔΜ και των Τουρκοκυπρίων, της μίας ή της άλλης πολιτικής δύναμης, και αντίστοιχης προσωπικότητας. Αλλο ο Γκλιγκόροφ και άλλο ο Γκρούεφσκι, άλλο ο Ντενκτάς και άλλο ο Ταλάτ.

Η κρατούσα αντίληψη είναι ότι οι διαφορές είναι επουσιώδεις, διότι στη μεν FYROM επικρατεί ο αλυτρωτισμός, στο δε Κυπριακό τον τελευταίο λόγο έχει η Τουρκία. Προφανώς και οι δύο παράγοντες είναι υπαρκτοί, όχι όμως στον απόλυτο βαθμό που νομίζουν όσοι οχυρώνονται πίσω από αυτούς. Στην υπόθεση της FYROM, για παράδειγμα, το 1992 εμείς απολακτίσαμε τη σύνθετη ονομασία, την οποία σήμερα ορθώς, αλλά με μοιραία καθυστέρηση επιδιώκουμε. Τότε ο Γκλιγκόροφ με το κύρος του και τους ευνοϊκούς εσωτερικούς συσχετισμούς ήταν θετικός προς αυτήν τη λύση. Σήμερα, βεβαίως, τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα με τους εθνικιστές του Γκρούεφσκι.

Αν για το Σκοπιανό η επιχειρηματολογία μου πρέπει να γυρίσει 17 χρόνια πίσω στη χαμένη ευκαιρία με το πακέτο Πινέιρο, για το Κυπριακό έχουμε την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Ερντάλ Γκιουβέν με τις αποκαλύψεις του συνομιλητή του προέδρου Χριστόφια, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ.

Ο χρόνος επιλογής της έκδοσης, στην κορύφωση των διαπραγματεύσεων, δεν είναι τυχαίος. Ούτε, βεβαίως, η αντίδραση της εθνικιστικής τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης με τον χαρακτηριστικό τίτλο της εφημερίδας «Γκιουνές»: «Ντροπή. Τι είδους πρόεδρος είναι αυτός;». Ο Ταλάτ μιλάει για το παρελθόν χαρακτηρίζοντας την ανακήρυξη του ψευδοκράτους «την πιο λανθασμένη απόφαση που έλαβε ο Ντενκτάς κινούμενος με εθνικιστική έξαρση». Μιλάει και για το μέλλον: «Δεν μπορεί να γίνει διχοτόμηση. Τι μπορεί να γίνει; Ομοσπονδία. Με την υπογραφή όχι των δύο κοινοτήτων αλλά των δύο κρατών. Το αποτέλεσμα δεν θα αλλάξει». Προφανώς η τελευταία αποστροφή είναι ένα από τα σημεία τριβής στη διαπραγμάτευση. Ομως, είναι εξίσου προφανές ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά για πρώτη φορά έχει απέναντί της έναν ηγέτη που αγωνίζεται για την επανένωση του νησιού. Που στις 14 Νοεμβρίου 1983 στην κεντρική επιτροπή του κόμματος, του οποίου σήμερα ηγείται, ψήφισε με τους 13 που διαφωνούσαν με την ανακήρυξη του ψευδοκράτους και όχι με τους 14 που υπέκυψαν στην πίεση του Ντενκτάς. Γι αυτόν τον λόγο ο Πρόεδρος Χριστόφιας είπε ότι «αν δεν συμφωνήσουμε με τον Ταλάτ, δεν ξέρω με ποιον μπορούμε να συμφωνήσουμε».

Η συμβολική επίσκεψη Παπανδρέου στην Τουρκία και η επιστολή Ερντογάν, που ακολούθησε, διαμορφώνουν ένα κλίμα αξιοποιήσιμο από τους Χριστόφια και Ταλάτ. Αν δεν υπάρξει πρόοδος, το εκλογικό μέλλον του Ταλάτ είναι δυσοίωνο. Και τότε πράγματι ο Κύπριος Πρόεδρος θα μείνει χωρίς συνομιλητή.

http://www.diamet.gr/el/readText.asp?textID=7660